Sunday, April 27, 2008

Singing in the Rain

Όταν κολλάς όμως.

Κολλάς.

pasha


Κυριακή του Πάσχα και ζάχαρη αχνή στο μπλε σορτσάκι μου.

Κρυώνω όχι επειδή. Απλά δεν κατάφερα να βγάλω το ποδήλατο ως.

Την Ρεματιά.

Είναι τρις και κάτι το πρωί. Βρίσκομαι και πάλι στο αεροδρόμιο. Σε μια πτήση της KLM. Η αναχώρηση ανακοινώνεται στην πύλη 28. Νομίζω αν θυμάμαι καλά πως πρέπει να ήταν η 28. Δεξιά μετά τον έλεγχο. Κοντεύει τέσσερις. Κρυώνω. Δίπλα μου ένας τύπος διαβάζει ένα άρθρο κάτι αρχαιολογικό από το Science. Ο κοινός προορισμός μας:

Το Άμστερνταμ.

Σκέφτομαι πως είναι φοιτητής. Μεταπτυχιακός. Ίσως και στο διδακτορικό. Δεν είμαι και βέβαιη. Δεν νυστάζω πια. Απλώς. Κρυώνω.

Καταφθάνει το πλήρωμα. Είναι όλοι στα μπλε. Σαν το μπουρνούζι που διάλεξα με την Βενετία. Εκείνο για το κολυμβητήριο. Και είναι όλοι χαμογελαστοί. Σκέφτομαι θα ήπιαν τον καφέ τους. Και θα έφαγαν τα δημητριακά τους. Πιθανά να έκαναν και την πρωινή γυμναστική τους. Θα έβγαλαν περίπατο και τα μικρόσωμα σκυλάκια τους. Διαφορετικά πως;

Χριστός Ανέστη είπαμε; Αληθώς...

Παράθυρο. Αναρωτιέμαι πως εγώ. Που μισώ θανάσιμα τα αεροπλάνα. Βρέθηκα να τα επισκέπτομαι κατά εβδομαδιαία βάση; Είναι μου απαντά το τίμημα της επιλογής σου. Δεν το σχολιάζω. Απογειωνόμαστε. Και εγώ νομίζω πως σε αυτό το σημείο.

Αποκοιμάμαι.

Άμστερνταμ. Διάφοροι κρατάνε κάτι καρτέλες με ονόματα. Ψάχνω το δικό μου. Μάταια. Πλησιάζει οκτώ. Το ραντεβού μας είναι στις εννέα. Και ΟΚ. Ένα χυμό. Και ένα ταξί.

Η συνάντηση μας προχωρά ΟΚ. Δεν είχα το σωστό πρόγραμμα. Δεν είχε τις σωστές εκτυπώσεις. Δεν ήθελα να πιω καφέ. Δεν ήθελε να μου προσφέρει τσάι. Δεν γελάσαμε. Δεν ήθελα να κατέβω για γλυκό. Πρόλαβε να μου δώσει τον δίσκο. Πρόλαβα να καλέσω ένα ταξί.

Πήρα ένα μπλε ποδήλατο. Και με αυτό. Γύρισα τα στενά δρομάκια, ανάμεσα στα πανέμορφα σπίτια και στα κανάλια, του Λαίντεν. Μια παλιά Πανεπιστημιούπολη, όπου οι κραιπάλες γίνονται σε βάρκες σε κανάλια μαγεμένα. Όπου οι ποδηλάτες έχουν προτεραιότητα στα λεωφορεία και τα αυτοκίνητα: Σχεδόν ανύπαρκτα. Ένας μικρός, αστικός, Παράδεισος. Σκέφτομαι πόσο καλά θα ήταν. Να έφτιαχνες κάτι τέτοιο στο Χαλάνδρι. Στην Αθήνα μας.

Ένα τρένο. Με προορισμό επόμενο:

Τις Βρυξέλες. Σε αυτό το σημείο. Νομίζω πως πλέον σέρνομαι. Του τηλεφωνώ. Είναι με ένα πελάτη και μου γελάει. Εγώ γκρινιάζω. Στα Ελληνικά. Αυτός είναι δεν είναι εξήντα κάτι. Μου θυμίζει τον Άγιο Βασίλη όπως τον είδα τελευταία σε μια διαφήμιση της Κόκα Κόλα. Εκείνος συστήνεται. Με διαψεύδει. Εργάζεται στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.

Περιμένουμε μαζί το τρένο.

Το οποίο καθυστερεί.

Το οποίο μου εξηγεί κάνει δυο ώρες να φτάσει στις Βρυξέλλες.

Επιβιβαζόμαστε. Κρατάει τις αποσκευές μου. Κάθομαι. Κρατάω το παλτό του. Βαρύ. Αντρικό. Μυρίζει την μοναξιά. Κι εκείνος όμως δείχνει να είναι τόσο επιφανειακά. Ευτυχής.

Το παιδί της το κρατά στην αγκαλιά της. Τα μάτια της είναι κόκκινα. Είναι από κάποια χώρα της Ανατολής. Σκέφτομαι. Την Γεωργία. Δεν είμαι δα και σίγουρη. Μιλάει Γαλλικά με Αραβική προφορά. Σκέφτομαι την Αλγερία. Δεν είμαι δα και σίγουρη. Ο μικρός βήχει. Βγάζει ένα ροζ σιρόπι από τη τσέπη του παλτού της. Το παιδί γλιστράει από την αγκαλιά της. Είναι κουρασμένη. Όσο εγώ. Εκείνη από κάποια πιθανά δύσκολη εργασία. Δεν μπορώ να φανταστώ πως περνάει τις μέρες της. Έξω από το παράθυρο κοιτώ καθώς περνάμε από μια άσχημη γειτονιά. Στις βιτρίνες. Γυναίκες προς ενοικίαση. Κόκκινα φώτα. Τα είχα ακουστά. Κοιταζόμαστε με την συνεπιβάτισσα. Ο μικρός κλαιει. Δεν του αρέσει το ροζ σιρόπι που του δίνει η μητέρα του με το ζόρι.

Μπερδεύομαι στην στάση.

Και πάλι. Βρίσκομαι σε ένα από αυτά τα μεγάλα ταξί.

Με δυσκολία. Χαιρετίζω την κοπέλα στην ρεσεψιόν.

Μου δίνει μια πλαστική κάρτα.

Μου δείχνει την αίθουσα όπου σερβίρεται το φαγητό. Θέλω απλά να πλυθώ. Να κοιμηθώ.

Φτάνω στο δωμάτιο μου.
Είναι όλα διπλωμένα και τακτοποιημένα.

Ανοίγω τις κουρτίνες. Ένα αεροδρόμιο ξανά. Εκείνο των Βρυξελλών.

Δεν σε βρήκα. Δεν σε έχασα. Μα μου λείπεις.

Κυριακή του Πάσχα.

Το γράφει στο Ευαγγέλιο πως την Κυριακή του Πάσχα πρέπει να την βγάλουμε γύρω από κάποιο ζώο που καπνίζει τον θάνατο του; Ήθελα απλά.
Να μείνω για λίγο εδώ.

Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση.

Για όλες τις προσκλήσεις.
Εύχομαι σε όλους. Την Ευτυχία όπως ορίζεται αυτή από τον καθένα. Ξεχωριστά.
Ευχαριστώ τον Θεό.
Που θυσίασε τον Μοναχογιό του.
Για να τον κερδίσει ξανά.
Για όλα όσα μου χαρίζει: Το φως: Τις λαμπάδες που στάζουν στα δάχτυλα σου λευκό κερί. Καθώς μου μιλάς για τις αρχαίες τελετές. Εγώ σου μιλώ για τις γυναίκες που περνάνε μια μέρα στο κομμωτήριο για πέντε λεπτά δημοσιότητας στην Ανάσταση. Ψιλοβρέχει. Καλά που δεν πήγα κι εγώ στο κομμωτήριο.

Γελάς;

Δεν θυμάμαι τι ήθελα ακριβώς να γράψω.

Άρχισα ψάχνοντας το κλειδί για την αποθήκη.

Να καταφέρω να βγάλω το ποδήλατο ως. Την Ρεματιά.

Κι ας μην είναι το Λάιντεν εδώ.

Ακόμα.

Καλό Πάσχα. Σε όλους.

Και στον καθένα. Ξεχωριστά.
(η φωτογραφία είναι από το www.trekearth.com)

Ftina Tsigara - Radiofono ...

Κυριακή του Πάσχα.

Tuesday, April 15, 2008

Yo-Yo Ma plays the prelude from Bach´s Cello Suite No. 1

ΟΚ.

Καμιά φορά θέλεις τόσο να ερωτευτείς.
Που γνωρίζεις.
Κάποιον.
Και τον βλέπεις.
Σαν αυτόν.
Που χρόνια.
Περιμένεις.
Μετά από λίγο όμως.
Ξανά γίνεται και αυτός.
Αληθινός.
Απογοητεύεσαι.
Λυπάσαι.
Δέχεσαι.
Την απόλυτη.
Μοναξιά σου.

Υ.Γ. Αυτές τις μέρες θα με βρεις σε κάποια πτήση. Κανονικά θα σου έλεγα, πάλι καλά που υπάρχει και η δουλειά. Τώρα όμως. Θα σου πω. Πως θα ήθελα τόσο να πάρω το τρένο.

Και να χαθώ σε ένα χάρτη.

Sunday, April 13, 2008

CATASTROPHY.

Καλησπέρα.

Κυριακής μεσημέρι. Ένα κόκκινο σύννεφο. Παραδοσιακές διασκευές ηχούν στον χώρο μου. Θέλω να σου γράψω. Αλλά δεν προφταίνω. Δυστηχώς κινούμαι στα πλαίσια του χειρότερου εχθρού μου.

Του χρόνου. Λάθος. Του εαυτού μου.

Παραθέτω ένα πολύ σωστό μήνυμα. Γνωρίζεις. Είπα να σου το θυμίσω.

Γιατί σε καθένα από εμάς, θα υπάρξει ο πιο συμαντικός ρόλος της ζωής μας.

http://www.voiceyourself.com/03_thoughtsfromwithin/03_movie.php

Friday, March 28, 2008

Το Μπουρνούζι - Το θέατρο - Και το Κέμπεκ

Είναι μία παρά τέταρτο. Νύχτα ξέρεις. Προς της Παρασκευής το ξημέρωμα. Δουλεύω αύριο ναι. Και μην σοκάρεσαι. Θέλω να γράψω και το κάνω. Θέλω να διαβάσω. Και δεν το προλαβαίνω. Αλλά σκέφτομαι. Πως ρε γαμώτο. Κι ας σηκώνομαι στις επτά. Κι ας έχω εκείνο το ραντεβού στην αντιπροσωπεία στις οκτώ. Κι ας μην έχω σιδερώσει το κατάλληλο σύνολο για το γραφείο της Παρασκευής. Κι ας μην πρόλαβα να μαγειρέψω. Κι ας γέμισε η πόρτα του ψυγείου με απλήρωτους λογαριασμούς και προθεσμίες. Ευάγγελος να τον ευχηθώ να θυμηθώ.

Σώθηκε και το νερό στο τσάι. Πως τα κατάφερα;

Jacques Brel – Ne me quittes pas. Ελάχιστο τσάι βουνού στην πράσινη Κινέζικη κούπα μου. Εγώ, το τζην. Τα πιάτα. Το τασάκι της Β. Το πιάτο της Α. Ο καμία κλήση στο κινητό μου. Ένα μήνυμα αν έστειλα ρωτάει εκείνο το γράμμα. Καλά ε;

Θέατρο. Γυρνάω από το θέατρο. Και θέλω να σου γράψω πολύ για το έργο αυτό και είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ. Γιατί ενθουσιάστηκα ξέρεις, σαν μικρή, μικρή. Θα σου πω στο περίπου γιατί είναι και αργά, όπως και να έχει. Έχασα, συμπάθα με, την ηρεμία να γράφω σε όλες τις στιγμές, καλά κείμενα. Καθαρά.

Το μπουρνούζι το διάλεξα κάτι σαν μπλε. Για το κολυμβητήριο ξέρεις. Το δίπλωσα, το τακτοποίησα στην πλαστική σακούλα. Και το άφησα στο δωμάτιο. Η Κ. λεει δίχως σκέψη, μα καμία σκέψη, πως καλύτερα να διαλέξω το blue-black. Μέχρι στιγμής το λένε τρις. Εγώ όμως. Θα αντέξω το κρύο νερό; Αυτό είναι που θέλω να κάνω. Να πειθαρχηθώ. Αρχίζοντας από το κρύο νερό. Με οπαδό το μπουρνούζι. Κάτι σαν άψυχος προπονητής.

Το θέατρο βρίσκεται στην Στοά του βιβλίου. Με το γούρι μας, το μπλε, βρήκαμε να παρκάρουμε και κοντά. Αν και όπως ξέρεις προτιμώ την συγκοινωνία. Αλλά σήμερα, στις καταχρήσεις, είπαμε. Το θέατρο τέχνης Κάρολος Κουν. Σου δίνω και μια διεύθυνση. Έτσι μήπως και σκεφτείς να πας.

http://www.theatro-technis.gr/

Μια ιδέα της Α. Που έχει καλώς διαβάζει και το Αθηνόραμα. Εγώ επιμένω στις ειδήσεις μονάχα, και αυτό τις Κυριακές. Παρασύρθηκα τόσο με το Θιβέτ και το ασφαλιστικό (σε αυτή τη σειρά) που δεν έπιασα τις τέχνες. Εδώ και ‘βδομάδες. Πρωτάρα στο θέατρο;

Πρέπει να είναι το τρίτο μου. Αλλά επί της ουσίας το πρώτο μου. Γιατί.

Τέσσερις ηθοποιοί. Τον έναν μάλιστα τον έχω δει σε ένα έργο. Δεν ξέρω, θυμάμαι δοκίμαζε συνταγές πολλές. Πρέπει να το είδα με τον Κ. Πριν έρθουμε στην Ελλάδα. Στο σπίτι του, όταν τις κατέβαζε από το διαδίκτυο δεν θυμάμαι που τις έβρισκε. Και ήταν τότε σαν μικροί θησαυροί αυτές οι Ελληνικές ταινίες. Και αυτή ήταν καλή. Αυτός ήταν καλός. Καραμίχος μου λένε τα κορίτσια. Πρέπει να είναι κάτι σαν ο ήρωας της υπόθεσης. Ο κύριος πρωταγωνιστής, ο ζαν πρεμιέ που θα έλεγε κανείς. Αν και για μένα. Ζαν πρεμιέ είναι πάντοτε ο ανερχόμενος. Και στην προκειμένη είμαι μεταξύ Λαγούτη (Carlos) και Σαπουντζή. Όχι πως η Παπαδοπούλου (Mercedes) δεν ήταν θεαματική. Αλλά νομίζω πως ο Λαγούτης κυρίως. Μπορεί και με τις σωστές κινήσεις. Να σου πει. Πολλά. Ο καθένας από τους τέσσερις τους δηλαδή. Ο καθένας με τον ξεχωριστό τρόπο του, εξίσου αξιόλογο όμως.

Καθόμαστε. Πρώτες θέσεις. Δεν σου λεω πως μας ‘κατσαν οι πρώτες θέσεις γιατί θα μου πεις στο ψητό ΆNνα στο ψητό. Τρις θέσεις. Στην άκρη. Εγώ είχα κάπως την κολώνα. Αλλά. Στην έξοδο τον ηθοποιών το τρέμουλο που έκανε το ξύλινο δάπεδο καθώς τον θρίαμβο τους με βήματα αεράτα περνούσαν. Το ένοιωσα. Και άξιζε την κολώνα. Έτσι κι αλλιώς δεν έκοβε δα την σκηνή. Υπερβολές.

Αρχίζει ο Καραμίχος (Fernando?). Που δεν θυμάμαι το έργο που έκανε τον μάγειρα και μου την έχει δώσει έτσι; Πως είναι σήμερα η παγκόσμια ημέρα του θεάτρου. Και διαβάζει ένα κείμενο του Robert Lepage. Ο εν λόγω, είναι γνωστός σκηνοθέτης, συγγραφέας, από το Κεμπέκ. Έμαθα, διάβασα, και μπορεί και να έπαιξα στο γυμνάσιο έργα του. Πολύ γνωστός. Και κυρίως θα έλεγα. Μελαγχολικός. Μια σκοτεινή φυσιογνωμία. Παραθέτω λοιπόν και για εκείνον λινκ. Λεω μήπως θέλεις να διαβάσεις.

http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Lepage

Το ψητό.

Το κοινό σωπαίνει δειλά καθώς ο Καραμίχος διαβάζει ένα κείμενο του Lepage για το θέατρο. Για την ημέρα την παγκόσμια. Μια μέρα για το κάθε τι έτσι;

Κάνει ζέστη. Αλλά εγώ νοιώθω καλά. Εξάλλου έχω και το μπλε μπουρνούζι έτσι. Για την προπόνηση το οποίο δεν αποφάσισα ακόμα αν θα το αλλάξω με το blue-black.

Τέσσερις ηθοποιοί. Τους άλλους δεν τους γνωρίζω. Αλλά δεν έχω δει και πολύ Ελληνική τηλεόραση στη ζωή μου. Και στο θέατρο. Πρωτάρα. Μου λένε πως είναι όλοι τους γνωστοί. Παίζουν καλά. Τους υποψήφιους για μια θέση στελέχους σε μια πολυεθνική εταιρεία. Και είναι το σκηνικό λιτό. Και είναι πολύ κοντά σου οι ηθοποιοί. Και είναι λες και είσαι στη σκηνή μαζί τους ένα πράγμα. Τα βήματα τους σου λεω, τα νοιώθεις στα δικά σου πόδια, που κρατάς σταυρωμένα στα χαμηλά καθίσματα. Και κάνει ζέστη ναι. Αλλά είσαι καλά.

Το θέμα είναι επίκαιρο. Το κοινό νέο πολύ. Και χαίρομαι ιδιαίτερα. Σκέφτομαι πως είναι φοιτητές δραματικής. Και χαίρομαι ιδιαίτερα. Ίσως εμείς να είμαστε τα μοναδικά στελέχη μιας πολυεθνικής στην αίθουσα. Ας την λέμε πολυεθνική. Θα μπορούσαμε να την πούμε κάτι άλλο. Αλλά λόγω ανωνυμίας, και ταύτισης πραγματικής με το όλο έργο. Και είμαστε με τα πόδια μας σταυρωμένα. Εγώ άνετη. Η Α. Μου χαρίζει εδώ κι εκεί γελάκια. Την Β. Δεν την φτάνω να την δω. Είναι σε απόσταση ανάσας οι ηθοποιοί. Και κοιτούν. Μια το φως.

Μια τα πρόσωπα μας. Άραγε διακρίνουν και τις δικές μας εκφράσεις όσο εμείς τις δικές τους;

Επιμένω σε κάποιες χαρακτηριστικές για μένα στιγμές.

Η σκηνή όπου ο Fernando αποκαλεί όλους τους ψυχολόγους άχρηστους, ή βλαμμένους, δεν θυμάμαι, κάτι σε αυτές τις γραμμές. Πιστεύω λεει πολλά για την συνέχεια. Η σκηνή όταν κτυπά το κινητό της Mercedes και ακολουθεί ένα διάλογος περί εύθηνης. Πιστεύω πως ακόμη και αυτός μιλάει πολύ για όσα ακολουθούν.

Το γεγονός πως στους τέσσερις η μια είναι γυναίκα. Η οποία σε αφήνει κατά την διάρκεια του έργου να πιστέψεις πως είναι ευαίσθητη, συναισθηματική. Πως ακόμα και αυτός ο χαρακτήρας της, σε αντίθεση με την σκληρότητα, και τον ανδρισμό, που αφήνει να υπονοηθεί ο ήρωας που παριστάνει ο Fernando αν θυμάμαι σωστά το όνομα του. Δείχνει πολλά για την συνέχεια του έργου. Όλα δηλαδή, σχεδόν όλα, δένουν εκπληκτικά στο τέλος, και πιστεύω πως αν δώσεις σημασία στις λεπτομέρειες αυτές κατά την διάρκεια του έργου. Θα πιάσεις πολύ καλύτερα το μήνυμα του. Το οποίο περνάνε άψογα τα παιδιά.

Άποψη μου έτσι. Δίχως κυνικές αηδίες κρητικών. Εγώ πέρασα φίνα. Πως να σου το πω. Φεύγοντας, σκέφτηκα πως όλος αυτός ο μύθος που πλάθουμε γύρω από τους ηθοποιούς δεν είναι παρά μάσκες. Δηλαδή, εκείνοι, είναι μικροί, δίχως τον θεατή. Την ανταπόκριση του έργου. Στον θεατή έτσι. Είναι όπως εμείς. Τρία στελέχη μιας πολυεθνικής. Παράγουμε και οι δυο διαφορετικές μορφές τέχνης. Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή. Ίσως και να τους χαίρομαι πολύ που σκέφτομαι πως. Ζούνε μια ελευθερία. Την οποία θα ήθελα - ίσως - να ζω η ίδια. Βεβαίως. Ξέρω πως εγώ δεν καταλήγω κρατώντας την αποτυχία και τα δάκρυα μου στις παλάμες μου. Ξέρω πως επιλέγω την ζωή μου διαφορετικά.

Περνάω σε ένα παρασκήνιο. Το φως είναι ακόμη ζεστό. Κίτρινο σχεδόν, και όχι λευκό. Νομίζω πως βλέπω ανθοδέσμες, ή θα ήθελα μάλλον να τις βλέπω. Ένας από τους ηθοποιούς βιάζεται να φύγει. Είναι οδηγός μιας μηχανής. Όπως τόσοι που περνάνε δίπλα μου καθημερινά. Και τον συγχαίρω. Είναι μια φυσιογνωμία που δεν νομίζω να λειτουργεί δίχως την μάσκα του ρόλου. Κι εγώ στον ρόλο τον δικό μου, προσπαθώ να κάνω μια επαφή. Αλλά επί της ουσίας. Είναι η περιέργεια του παρασκηνίου. Όπως τρύπωσαν κι εκείνοι απόψε. Στα δικά μας καμαρίνια της μεγάλης εταιρείας που περνάει ένα μελλοντικό στέλεχος από συνέντευξη.

Στη τελική. Όλοι ρόλους υποδυόμαστε.

Πάντως. Αν μπορώ να πω πως έλειψε κάτι από όλο αυτό. Ήταν η μουσική.

Νομίζω πως για να αντέξεις. Στις συνεντεύξεις. Στα καθημερινά ψυχολογικά παιχνίδια. Χρειάζεσαι ένα πολύ καλό soundtrack.

Και μια πολύ καλή παρέα.

Εγώ ευτυχώς.

Έχω και από τα δυο.

Να το δεις. Αξίζει.

Το δικό μου τραγούδι;

http://www.youtube.com/watch?v=fox-ja7YDSw&feature=related

Γιατί όλοι μας έχουμε στόχους. Τολμάς;

Tuesday, March 18, 2008

Kazım Koyuncu - Ben Seni Sevduğumi

Ben Seni Sevduğumi = That I love you, in dialect from a Turkish region of the Black Sea.

Wednesday, March 12, 2008

Τρίωρη. Στάση. Εργασίας.

Σήμερα.

Δεν.

Πήγα.

Στο.

Γραφείο.

Πάμε μια βόλτα στο Μοναστηράκι, να είναι κλειστά τα μαγαζιά, να χαζεύουμε τις βιτρίνες, να με πιάνεις από τη μέση, να σου κρατώ το χέρι, λευκό, να γλιστρώ μες το μαύρο παλτό σου, να χαμογελάς σαν άγγελος, η εικόνα μας, αιχμάλωτη σε ένα ραγισμένο καθρέπτη μπρούτζινο, σπασμένα μεγάφωνα να ηχούν την σιωπή μας, και να χαθούμε εκεί κοντά στα παλιατζίδικα.

Διαφορετικά.

Ανοίγω τον σωλήνα στο μπάνιο.

http://www.youtube.com/watch?v=aWerIAspuGU&feature=related

Sunday, March 09, 2008

Σβήσε το Φως.

Κυριακή.

9 Μαρτίου.
Μια μέρα μετά την Ημέρα της Γυναίκας.
Μια μέρα πριν την Καθαρά Δευτέρα.

Διακοπές Ρεύματος.
Ρούχα που πλένονται στο χέρι.
Κεράκια που λιώνουν.
Σχέδια που αλλάζουν.
Μια ξαστεριά που θυμίζει την ομόρφια της.
Σκοτάδι ναι.
Και όμως.
Εγώ ζήτησα.
Να σβήσεις το φως.

Χαλάνδρι.
Να μην χτιστεί το Νομισματοκοπείο.
Ένα μεγάφωνο.
Στολές.
Μια γυναικεία φωνή.
Μια γυναικεία κραυγή.

Το σακάκι μου διπλωμένο στην καινούργια δερμάτινη (sic) τσάντα μου.
Μια αγορά που άργησε πέντε έτη.
Απολογούμαι και πάλι με δικαιολογώ.
Αποχωρώ γλυκέ μου είμαι εγώ για πιο ήσυχες καταστάσεις τα μεσημέρια της Κυριακής.

Μεσημέρι μες το φως.
Άνοιξη στις αμυγδαλιές.
Λευκό με κόκκινο εδώ κι εκεί πινελιές.
Μου χαμογελούν τα κλαδιά της.
Ανταποκρίνομαι κάτω από τα μαύρα γυαλιά μου.
Σε δυο αποχρώσεις γιατί είναι η νέα τάση κατά Φαίνιας.

Τριήμερο.
Σκέφτηκα να μαζευτώ λιγάκι.
Οι μέχρι στιγμής απώλειες:
1 - τα τσιμπιδάκια που γλίστρησαν στον νεροχύτη του μπάνιου
2 - η δεξιά μπότα μου που σκίστηκε σε ένα πεζόδρομο όπως χάζευα και πιάστηκε κάπως.
3 - δυο λευκά ρούχα που είπα να πλύνω με τα μαύρα (μπα σιγά που θα ξεβάψουν).
4 - το σφράγισμα που κατάπια κατά λάθος δοκιμάζοντας το χθεσινό φαγητό που ετοίμαζα για τον.

Για το 1. Σε λίγα λεπτά σκέφτομαι να ανοίξω τον σωλήνα με τη βοήθεια της τεχνολογίας, κοινώς μια πετσέτας και του κουβά για τα νερά, γιατί αρνούμαι να δεχτώ άλλη μια ήττα από τον διαχειριστή που θα μου πει: «κορίτσι μου, να καλέσεις τον ιδιοκτήτη». Πόσο δύσκολο να είναι να ανοίξω τον σωλήνα της βρύσης;

Για το 2. Τσαγκάρης καλώς την Τρίτη (πως τα βαριέμαι αυτά). – Απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική στο playlist μου.

Για το 3. Τα έβαλα στη χλωρίνη. Δε βαριέσαι. Καλά που δεν ψωνίζω στα ακριβά. Να θυμηθώ (λέμε τώρα), να μην το ξανακάνω.

Για το 4. Εδώ το χειρότερο. Να πάρω τη ξάρδεφη οδοντίατρο να το κοιτάξει. – ‘Έγινε η απώλεια συνήθεια μας. Απλά κορυφή.

Σκέφτηκα να μαζευτώ λιγάκι.
Και έτσι πήγα και ψώνισα στο σουπερμάρκετ τα διάφορα νηστίσιμα μου. Με το σκεπτικό πως όλο και κάποιος θα περάσει για φαγητό. Μέχρι στιγμής έφαγα 300γρ χαλβά με κακάο και αμύγδαλα.

Στις απώλειες τριημέρου να προσθέσω.

5 - τη σιλουέττα μου (σώθηκες).
6 - τη σχέση μου (βλ. σώθηκες).

Σκέφτηκα. Πως ο έρωτας. Σβήστο. Η ευτυχία. Σβήστο. Η συνύπαρξη με το αντίθετο φύλλο, με κίνητρο τον έρωτα, με στόχο την ευτυχία, δεν είναι παρά μόνο μια εφήμερη.

Αυταπάτη.

Και επανέρχομαι στις προηγούμενες πεποιθήσεις μου.
Πως δεν λειτουργώ σε μια σχέση προ πολλού. Δυστυχώς. Δεν το λεω με περηφάνια. Περήφανη ένοιωσα για τον Γιώργο όταν έγραψε επιτέλους μια σωστή ολοκληρωμένη πρόταση. Για τη μητέρα μου όταν έκανε πίσω στον εγωισμό της. Για την προην-προϊστάμενη που υπερασπίστηκε τα δικαιώματα νεο-σύλλεκτων. Γιατί μόνο τάγμα θυμίζει ορισμένες φορές ο εργασιακός μου χώρος. Περήφανη για εκείνους που προστατεύουν τους αδύναμους. Που υπερασπίζονται τα πιστεύω τους.

Περήφανη για την δυσλειτουργία μου σε μια σχέση; Καθόλου. Και το γράφω για να μου φύγει από πάνω μου. Για να μη πάρω τον. Και να του το πω, σαν μια δήλωση στα σποτάκια των ειδήσεων. Μέσα σε ένα λεπτό το στίγμα της ημέρας. Και να μου απαντήσει πως γκρινιάζω. Πως δεν τρέχει τίποτα. Και πως ψοφάω για μελόδραμα.

Μπορεί.
Αυτή όμως είναι η λάθος απάντηση.
Δεν έχασες εκεί.
Στις φωνές έχασες.
Τις οποίες δεν μπορώ να ανεχτώ.
Εδώ και χρόνια.

Γυρνάω από την κεντρική του Χαλανδρίου.
Και περνάω από κάτι νυσταγμένα σοκάκια που θυμίζουν το ’80 καλοκαίρια.
Έτσι έρημα. Σαν να χάθηκαν όλοι μέσα στο φως που λούζει τα πάντα.

Η μπαλάντα της Φωτιάς – Εντάξει κατέβασα τα αγαπημένα μου.

Στο κεφάλι μου βουίζει ακόμα το μεγάφωνο.
Αλλά δεν μου φταιει αυτό.
Δεν ξέρω τι μου φταιει.
Νομίζω πως απλά.
Μου φταιω εγώ.

Σταματώ σε ένα ξαφνικό ψιλικατζίδικο.
Ζητάω την καθημερινή. Την διαλέγω με το ένθετο με τα δώρα (δώρα τρόπος του λέγειν καθώς πληρώνονται κανονικά για σκουπίδια) αν και δεν το συνηθίζω. Απλά δείχνει καλό το περιοδικό «ο γαστρονόμος» με αφιέρωμα στα σαρακοστιανά. Απάτη δηλαδή, επιβεβαιώνομαι ξανά πως δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει το ένθετο με τα δώρα να αξίζει. Για το Κ της Κυριακής είναι κάθε φορά, σχεδόν κάθε φορά. Μια πολύ καλή και προσεγμένη δουλειά.

Τι έλεγα;

Διαβάζω στην Κ. Πως η ψιλικατζού έκλεισε το blog της. Έχει μάλιστα και μια φωτογραφία της. Μια γλυκιά κοπέλα με μαύρα γυαλιά που θυμίζουν τα δικά μου τα καινούργια που άργησαν πέντε έτη να αγοραστούν.

Το βράδυ. Στο Άλσος Παπάγου. Συναυλία APURIMAC. Ελεύθερη είσοδος.

Θα είμαι εκεί.

Κάτι διαφορετικό ξεκίνησα να γράφω.
Συμπάθα με.
Πέρασε αρκετός καιρός.
Και μου βγαίνουν δύσκολα οι λέξεις.
Εδώ και μέρες την βγάζω στον καναπέ.
Εθισμένη στο θέαμα της νύχτας πριν αποκοιμηθώ.
Ξέχασα την αίσθηση του στρώματος.
Είναι και αυτός ο πονόδοντος.

Καλά κούλουμα.

Ας πούμε πως χαμογελώ.


Η φωτογραφία έχει τίτλο "Big Belly" του μέλους este-gallery, deviantART.com

Sunday, January 20, 2008

I've been thinking.

http://www.youtube.com/watch?v=l3IRnJYLHhU
Text to follow...

Πρέπει να έπαιξε αυτό το τραγούδι εκατό φορές τις τελευταίες μέρες.

Θυμάμαι μια εποχή που ήθελα να μάθω μοντέρνο χορό.

Νομίζω πως το μοναδικό που συγκρίνεται με την ελευθερία που προσφέρει αυτός ο χορός είναι ο. Θάνατος.

Χρειάζομαι κάποιες μέρες να συνέλθω.

Νομίζω πως είμαι.

Ερωτευμένη.

Sunday, January 13, 2008

Βέδα.

Σε φιλοξενώ για λίγες μέρες στο σπίτι μου.

Στο μπάνιο και στην κουζίνα που λερώνεις διαρκώς.

Στα παπούτσια, στα ρούχα, στα ριχτάρια και στα χαλιά που δαγκώνεις παίζοντας.

Στους νυχτερινούς εφιάλτες σου που μας ξυπνάνε σαν ξυπνητήρια ελβετικά στις τέσσερις το πρωί ακριβώς.

Στο φαγητό που δεν τρως.

Στο γάλα που πίνεις με λαιμαργία και αποβάλεις απευθείας.

Στη ζεστασιά που ψάχνεις στο κορμί μου τέσσερις με πέντε καθημερινά ξημερώματα.

Στην απόφαση σου να κοιμηθείς επιτέλους κατά τις επτά και μισή όταν ξυπνά η δική μου μέρα.

Στον κτηνίατρο σου που έφερε τα έξω μέσα έξω μου. Και το φαγητό του που μονάχα εκείνο προτιμάς.

Στα απογεύματα που τρέχω να προλάβω μήπως και σε πήραν είδηση οι γείτονες μου.

Στους φίλους και γνωστούς που παρακαλώ να καλύψουν τις επαγγελματικές απουσίες μου.

Σε φιλοξενώ επειδή είσαι ένα μωράκι. Που κάποιος ανόητος άφησε σε ένα διάζωμα στον κεντρικό της Εύβοιας. Που άλλος έφερε στο σπίτι μου Δευτέρα βράδυ. Επειδή είπα πως θα κάνω ότι μπορώ για σένα κι ας μην έχω τον χρόνο, τον χώρο, και τα μέσα.

Η αλήθεια είναι πως θα σε αφήσω και εγώ.

Μόνο που δεν ξέρω ακόμα. Πού. Πότε. Και πως.

Συμπάθα με. Δεν είμαι όσο δυνατή όσο εσύ.

(Maisy's Puppies - by Hannah - DeviantArt)

Sunday, January 06, 2008

ZoO.


Picture titled "Fast slow living" by skankinmonkey from deviantART.
Text to follow...
Ξυπνάς με μια διάθεση χουζούρας. Σκέφτεσαι επέζησα τον σεισμό. Και τώρα τί; Βρίσκεσαι απότομα σε ένα κρεβάτι που τρέμει. Είναι νωρίς και σκέφτεσαι αυτό ήταν. Δεν έκανα εφιάλτες δυο νύχτες και τώρα αυτό. Ένας ζωντανός εφιάλτης και φωνάζεις το όνομα του τρομαγμένη. Δεν ξέρεις, αν είσαι στον ύπνο ακόμα, αν είναι αλήθεια ή αν αυτό είναι πάλι στα πλαίσια κάποιας φαντασίας σου. «Άννα σεισμός είναι, θα περάσει». Και ξαφνικά όπως άρχισε, σταματά. Και είναι όλα πάλι ακίνητα. Το κρεβάτι σου, οι σκέψεις σου, κι εσύ. «Ξάπλωσε κοντά μου». Του το ζητάς.

Ξυπνάς με μια διάθεση χουζούρας. Είναι Κυριακή και δεν έχεις να πας πουθενά. Έχεις αφήσει το μπάνιο βρώμικο από ‘βδομάδες, πετσέτες παντού και ρούχα που περιμένουν το νερό, το σαπούνι, και αυτό το κάδο που τα πάει γύρω, γύρω. Πιάτα στιβάδες στην κουζίνα, και οι χθεσινές γαρίδες κάπου εκεί. Μαύρο αίμα, κόκκινο αίμα, στον νεροχύτη, το μαχαίρι εκεί. Οι σακούλες εκεί. Το ημερολόγιο στραβό. Το Άζαξ, η χλωρίνη, τα κίτρινα γάντια σου. Ρίχνεις μια ματιά στο σαλόνι, στη μέση η βαλίτσα, ακόμα άθικτη από το ταξίδι που έκανες στη Πράγα, ανοιγμένη μόνο στο πλάι, ίσα να βγάλεις τα είδη μπάνιου. Αν κάπνιζες, θα ήθελες πολύ τώρα να κάνεις ένα τσιγάρο.

Ξυπνάς με μια διάθεση χουζούρας. Κρύο, πολύ κρύο σκέφτεσαι καθώς τραβάς τις κουρτίνες και πλημμυρίζει το δωμάτιο φως. Είναι μεσημέρι. Είναι Κυριακή. Στο γραφείο ο υπολογιστής της δουλειάς. Οι εργασίες που υποσχέθηκες στον εαυτό σου πως θα ετοιμάσεις για την Δευτέρα. Οι άλλες που έφερες για τις γιορτές ακόμα εκεί. Ένα μπλε ντοσιέ. Ένα πορτοκαλί. Ένα λευκό ντοσιέ. Σελίδες. Εκκρεμότητες. Και όλα όσα καθυστερείς. Το ζώδιο σου λεει πως δεν θα τις προλάβεις. Παντού όπου κοιτάς δουλειές με φούντες. Αν κάπνιζες. Εδώ θα έκανες το δεύτερο τσιγάρο.

Ξυπνάς με μια διάθεση χουζούρας. Σέρνεσαι στο σπίτι μέχρι τη κουζίνα να βάλεις ένα ποτήρι νερό. Ακόμα και αυτό, πλαστικό από το μπουκάλι απευθείας. Θυμάσαι το ραντεβού στις δυο. Αυτός είναι φυσιολογικός. Τηλεφωνεί και η μαμά σου να σου διηγηθεί για την γριούλα που γνώρισε στο σουπερμάρκετ και μόνη της ρωτούσε τον κόσμο ποια μπισκότα να διαλέξει, να σου πει εν ολίγοις, κοίτα μην καταντήσεις έτσι Άννα. Να πας στο ραντεβού σου αυτός είναι ο φυσιολογικός. Την σιγουρεύεις πως ΟΚ θα πας. Κρατιέσαι να μην βρίσεις. Βάζεις λίγη μουσική. Το δυναμώνεις τέρμα σχεδόν. Κοιτάς το ρολόι τοίχου για το οποίο πέρασες δυο ώρες την χθεσινή μέρα να χτυπήσεις ένα καρφί στον τοίχο που σπάει ο σοφάς και δεν καταλαβαίνει ο μάστορας στο Χαλάνδρι πως φταιει ο τοίχος, όχι το σφυρί, και σου φωνάζει και ο πατέρας σου που τόσα χρόνια δεν έμαθες. Να χτυπάς ένα καρφί. Σιγά και σταθερά για να μη φύγει ο σοφάς. Και είναι και το ρολόι πολύ ψηλά. Και το ημερολόγιο στραβό. Και ο μισός σοφάς σπασμένος. Και σκέφτεσαι. Πως αν κάπνιζες. Θα έκανες τώρα ένα τρίτο τσιγάρο.

Ξυπνάς με μια διάθεση χουζούρας. Με το όνομα του στη σκέψη σου. Με φτερά αγγέλων στην φαντασία σου. Λευκά. Μαύρα δεν διακρίνεις χρώματα. Παντού φωτογραφίες. Σκορπισμένες στο κρεβάτι σου, όπου κρύβεται ένας γάτος. Μικρός. Τρυφερός. Γλιστράει μέσα από το πάπλωμα σου και σου γελάει πίσω από τα μουστάκια του. «Φέρνω τα Όνειρα σου» ψιθυρίζει στο αυτί σου. Είναι ευχάριστη πολύ η έκπληξη του και ξαφνική. Μυτούλες που τρίβονται παιχνιδιάρικα, κάτω από σεντόνια λευκά. Μαύρα. Δεν διακρίνεις χρώματα. Στο δωμάτιο απλώνεται ένα άρωμα γλυκό. Σαν κήπος με γαρδένιες, Ινδικός εξωτικός, κοιτάς από το παράθυρο και έχει τόσο απίστευτο φως. Είναι Κυριακή. Δεν έχεις να πας πουθενά. Στο τζάκι καινε ακόμα ξύλα από χτες. Είναι ζεστά. Όλα είναι καθαρά και στη σειρά τους. Στο γραφείο σε μια τάξη όλες οι εργασίες που χρωστάς έτοιμες να παραδοθούν την Δευτέρα. Χαμογελάς με την εφορία της στιγμής. Και σκέφτεσαι.

Καλά που δεν καπνίζεις.

Sunday Feeling

Σήμερα Κυριακή.

Ξυπνάω με σχετικά άγριες.

Διαθέσεις.


Ο πειρασμός:

http://www.youtube.com/watch?v=l7uPsrtKIwU

Και στην αυθεντική του:

http://www.youtube.com/watch?v=qTKgK70nhJ4

Για τους κολλημένους:

http://www.youtube.com/watch?v=9uiteAHxDfA


Την επιφώτηση μου.

Και τα Χρόνια Πολλά στους Εορτάζοντες.

Thursday, January 03, 2008

EliZaBEthtown - RoaD TRip




The Key to LiFe is The VoyagE



ThE Key to THe VoyaGe is To Have THe Right SounDtrack



ThE keY to THe RIghT SouND is to Play It




LOUD!!!!!!!!!!!!!



Tuesday, January 01, 2008

Τα γραπτά που 'δεν' μένουν.

Καλημέρα. Καλησπέρα. Καλή Χρονιά. Μας εύχομαι.

Πέρασαν κοντά έξι ώρες που σκέφτομαι. Και αναρωτιέμαι τι ακριβώς να γράψω. Κυρίως γράφω για τον Δημήτρη, σταθερό και μοναδικά εκλεκτό αναγνώστη, σχολιαστή έστω, και πιθανό μελλοντικό δάσκαλο κιθάρας. Ευελπιστώ χαμογελώντας σου. Κλασσικής μόλις βρω τον χαμένο χρόνο μου. Καλά εντάξει ίσως και ακουστικής. Προτιμώ τις ελαστικές χορδές της κλασσικής από εκείνες τις ψυχρές μεταλλικές της ακουστικής, όσο κι ας είναι μελωδικές. Διόρθωσε με.

Πέρασαν τέσσερις ώρες κοντά που αποκοιμήθηκα στον καναπέ μου, λίγες ώρες μετά την αρχή του Νέου Έτους. Ροζ σαμπάνια, από τις γαλλικές τις ακριβές, γιατί στο μπαλκόνι στα Πατήσια όταν φωνάζεις «Χρόνια Πολλά» ακούγεται ο αντίλαλος σου τουλάχιστον σε δυο, τρία, τέσσερα αντίστοιχα σπίτια στους γειτονικούς ορόφους. Και φτάνει έτσι η ευχή σου, όπως διαβάζονται οι νότες σε ένα μουσικό τετράδιο, μέχρι την Ακρόπολη θαρρώ, όπου κάπου προς εκεί μου είπες να κοιτάξω. Τα βεγγαλικά της αλλαγής μήπως δω.
Νομίζω πως διέκρινα κάποια ναι φώτα από το μπαλκόνι της, αν και, έτρεμα εγώ, έτρεμε και το βλέμμα μου, τόσο μες το σοβαρό αυτό μαύρο φόρεμα των δεξιώσεων, τον υψηλών ποτηριών, των καναπέδων, και των σαμπανιών. Από τις ροζ, τις γαλλικές, τις ακριβές.

«Σε τι απαντάς;»

Διερωτήθηκα ξανά και ξανά στρίβοντας το τιμόνι μου χαμένη κάπου στο Γουδί, νύχτα ήταν, η βροχή είχε σταματήσει, ο χρόνος είχε αλλάξει, το τηλέφωνο μου είχε χτυπήσει. Κι εγώ το είχα απαντήσει...

Πριν μερικές μέρες ήμουν στην Πράγα. Ήθελα να σου γράψω για το ταξίδι μου αυτό, αλλά δεν ξέρω το πως και το γιατί, αλλά από την στιγμή που γύρισα, μονάχα διαλογίζομαι, και κοιμάμαι. Θα ξαφνιαστείς πιθανά, ίσως και πάλι να με έχεις συνηθίσει έτσι όπως επικεντρώνομαι πάντα στις γκρίζες ζώνες της πραγματικότητας μας. Αυτό που με άγγιξε ιδιαίτερα στην Πράγα, στην όμορφη προσθέτω Πράγα, ήταν η συνοικία των Εβραίων. Δεν ξέρω το πως και το γιατί, αλλά αυτό που μου έμεινε σαν καθαρή ανάμνηση, γεύση της πόλης, ήταν αυτό που αισθάνθηκα εκείνο το πρωί Σαββάτου, που έκανε κρύο και φεύγαμε. Που πάγωσαν τα δάκτυλα σου μέσα στα γάντια σου και το κοντό μπουφάν σου. Του νεκροταφείου το λουκέτο. Μια καφέ επιγραφή. Το καφέ του Κάφκα. Και η συνοικία.


Με ψίθυρους χάιδευαν εκείνες το αυτί μου, τυλιγμένη όπως ήμουν στο μαύρο κασκόλ, κάτω από το λευκό, κοντό παλτό μου. Μέσα από τα διαμερίσματα τους γλιστρούσε ο αέρας του παρελθόντος, και έφταναν σε μένα τα λόγια, η γραφή τους. Έφτανε σε μένα η πιθανότητα του «ίσως», έτσι όπως γυρίσαμε το τετράγωνο δυο φορές ψάχνοντας απεγνωσμένα παγωμένες για το μετρό. Και ανησυχούσα πως κρύωνες, και συνάμα. Ένοιωθα ένα κόμπο στη καρδιά μου, στην μελαγχολία της γειτονιάς αυτής. Του Κάφκα, και της πιθανότητας του μέλλοντος που δεν υπήρξε.

Για το ταξίδι δεν θα σου γράψω άλλα όμως, γιατί σήμερα είναι η αρχή, και ήδη προγραμματίζω το μετά. Αυτά τα χαζά που κάνουμε την πρώτη του μηνός, με τις υποσχέσεις πως δεν θα φαμε τόσους κουραμπιέδες, πως θα ξυπνάμε νωρίς, δεν θα βρίζουμε από μέσα μας αυτούς στους οποίους αναγκαζόμαστε να χαμογελάμε δαγκώνοντας τα χείλη. Πως θα οργανώσουμε τον χρόνο μας, και πως θα βρεθεί κάποιο περιθώριο για μια προσωπική ζωή, όπου θα θριαμβεύουν τα πάθη μας και οι αναζητήσεις μας. Οι πολιτιστικές, οι αθλητικές και οι κοινωνικές ανταλλαγές μας. Πως θα είμαστε καλύτεροι από πέρσι, με λιγότερες ήττες, με περισσότερες νίκες, προσωπικές, ομαδικές. Θα σταθούμε στον αδύναμο συνάνθρωπο μας, θα σταθούμε στο ύψος του ονόματος μας.

Σαν αγάλματα λευκά.

Σαν αγάλματα μπρούτζινα.

Σαν αγάλματα από το υλικό εκείνο της Βοημίας που θυμίζει μαύρο μάρμαρο.

Ευχές.

Πολλές.

Δυο χιλιάδες και οκτώ για την ακρίβεια...





Και ένα τραγούδι.

Είναι μια μορφή διαλόγου στην οποία συνήθως.

Απαντώ.

http://www.youtube.com/watch?v=uHdNCHomHlU

Monday, December 31, 2007

To petagma sou (Το πέταγμά σου)

Πως την πάτησα έτσι πάλι;

Saturday, December 29, 2007

Haris Alexiou Afieroma sto Mano Loizo Ki An Ta Matia Sou

Για την Πράγα νομίζω...ίσως για την Βελούδινη Επανάσταση...για κάθε Επανάσταση...μικρές. Μεγάλες.

Sunday, December 09, 2007

xwris esena-Eystathia

Νομίζω πως πρέπει να κόψω αυτό το κόλλημα με το τιούμπ.

Man in Black, Johny Cash

Κάποια στιγμή θα γράψω κάτι.

Για την ώρα αν δέχεσαι, σου χαρίζω κάποιες μουσικές προτιμήσεις μου...

Sunday, November 25, 2007

Elton John - I want love

Καλησπέρα.

Επειδή:

  1. Το τελευταίο καιρό έφαγα ένα κόλλημα (με ωροσκόπο ιχθείς;) με το γιού τιούμπ
  2. Επειδή το συγκεκριμένο βίντεο είναι αγαπημένο από 1-2 χρόνια περίπου
  3. Επειδή θέλω να γράψω για κάτι θέματα πολύ ωραία αλλά σήμερα πνίγομαι με την ακαταστασία του σπιτιού, η οποία απλά:
  4. - δεν
  5. - πάει
  6. - άλλο!

Παραθέτω ένα λινκ για το εν λόγω τραγούδι.

7. Εύχομαι πως ανοίγει.

8. Η σκηνή στο παράθυρο είναι το ακριβώς. Ή Μάλλον. Ο Ακριβός.

Για να μαθαίνουν οι νεώτεροι.

9. Ο ηθοποιός είναι ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ (ώς εδώ καλά). Την εποχή εκείνη (2000 κάτι) έκανε κάτι γυρίσματα για την Αμερικάνικη σειρά με τους δικηγόρους, τώρα δε θυμάμαι που έπαιζε μια ηθοποιός που τα έφτιαξε στη τελική με τον Χάρισον; Ωραία. Ως χρόνιος χρήστης ναρκωτικών, η ανεξέλεκτη συμπεριφορά του τον οδήγησε στην απόλυση του από το σήριαλ. Δικηγόροι ήταν αυτοί, και έτσι μπήκε ο άνθρωπος σε μια κλινική αποτοξίνωσης.

Ο φίλος του, ο Έλτον Τζον (και σερ, και λατρευτός μου) τον προσκάλεσε να γυρίσει το κλιπάκι, του οποίου κατά εκείνον του πήγαινε γάντι ο ρόλος. Έτσι πήρε μια μέρα άδεια (το γνωστό εξιτήριο) από την κλινική όπου ακολουθούσε το πρόγραμμα θεραπείας και γύρισε το κλιπ σε μια γνωστή βίλα κάπου στο Χόλιγουντ, όπου έχουν γυριστεί κατά καιρούς άλλα μουσικά κλιπ, αλλά και γνωστά έργα, από τα οποία δεν μπορώ να θυμηθώ κανένα τίτλο ούτε χρόνος να το ψάξω τώρα.

Αυτά τα λίγα.

Σου είπα για τη σκηνή στο παράθυρο; Έχω καταμετρήσει σχεδόν όλες τις κινήσεις του όπως εκείνες ξεδιπλώνονται καρέ καρέ, ένα στάδιο πιο κοντά στην αυθεντική πράξη της υποκριτικής του ικανότητας.

Στον πρωταγωνιστή. Μάλλον εγώ θα ζητούσα τον αριθμό του αυτή τη φορά.

Κι ας βρίσκεται σε φάση.

10. Αποτοξίνωσης - Το κοινό σημείο μας.

Για αρχή :

http://www.youtube.com/watch?v=W_u6l7EsQMc

Ευχαριστώ.