Sunday, January 04, 2009

ΤΙΚ. ΤΑΚ.


ΠΩΣ

αρχίζεις ένα κείμενο όταν δεν διάβασες τίποτα για μήνες. Όταν δεν έγραψες τίποτα για μήνες. Ξεχασμένα σκίτσα εδώ κι εκεί. Έργα που ξεκίνησα πριν χρόνια και τα άφησα στη μέση, σε κιτρινισμένες σελίδες, μολύβια, σειρές από σκέψεις, πεταμένη τέχνη. Δεξιά, αριστερά. Ξεχασμένη σε κούτες κλεισμένη και μια φωτογραφία μου παλιά.

Με κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήμουν χαριτωμένη αρκετά. Τότε βέβαια δεν το έβλεπα όπως δεν το βλέπω και τώρα άλλωστε, τί πράγμα και αυτό η υποτίμιση. Υποτιμάμε πολλά πράγματα, το ταλέντο μας, τις σχέσεις μας, υποτιμάμε την φύση, την οικονομία, την ανθώπινη ζωή, την ζωή γενικά την υποτιμάμε, υποτιμάμε τον εαυτό μας τον ίδιο, όσα αξίζουμε σήμερα. Παλιές φωτογραφίες.

Λέω, πως ήμουν μικρή. Χαμογελαστή με πλούσια μαύρα μαλλιά, γυμνασμένη, ελεύθερη από τα δεσμά του γραφείου και των υποχρεώσεων, ελεύθερη με την ελπίδα των ανεκπλήρωτων ονείρων μου. ΟΚ. Είμαι μόλις τριάντα. Και πάλι όμως τί είναι αυτό που μας κάνει πάντα, με κάνει πάντα, να νοσταλγώ το παρελθόν; Είναι αυτή η μανία μου να βρίσκω την ευαισθησία μόνο στο άπιαστο, μπορώ να πιάσω άραγε τον χρόνο, να τον σταματήσω μέσα στην παλάμη μου να τον σφίξω όπως εκείνη το δάχτυλό μου μέσα στο μικρό της το χεράκι. "Να μην νοσταλγείς τίποτα", της ψιθυρίζω στο αυτάκι της πίσω από μια χρυσή μπούκλα. Να ζεις μονάχα τα πάντα να ζεις με όλο το είναι σου να δίνεσαι στο παρών. Να μαθαίνεις. Να μην ξεχνάς. Αλλά και να μην θυμάσαι. Να ζεις μονάχα της ψιθυρίζω, να ζεις καλά και αληθινά.

Είμαι σχεδόν δέκα μέρες εδώ και άρχισα να γράφω ένα γράμμα στους δικούς μου. Αυτές τις βλακίες που αφήνω κάθε φορά που φεύγω με τις οδηγίες: πού θα βρεις το φαγητό, πως ζεσταίνεται, να κλείνεις πάντα τον θερμοσυφωνα, να μην αφήνεις την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, και άλλα τέτοια. Εδώ οι οδηγίες είναι διαφορετικές. Να προσέχεις. Μπορείς να προσέχεις και να μείνεις έτσι για πάντα καλά να σε χαίρομαι γιατί θα λείπω για λίγο και θα μου λείπεις τόσο. Και δεν θα μπορώ από εκεί που θα βρίσκομαι. Να σε προσέχω εγώ. Γι'αυτό σε παρακαλώ Θεέ μου, κάνε κι εσύ, να προσέχεις, όλα αυτά που προσέχουν οι άνθρωποι δεν ξέρω ποιά είναι τόσα είναι. Και θα γυρίσω. Στο υπόσχομαι όσο κι ας μισώ. Το κρύο. Τα αεροπλάνα. Τον Ατλαντικό. Την Αμερική. Την δύναμη που με τραβάει πάντα στην Ελλάδα.

Θα γυρίσω. Οπότε απλά μέχρι τότε εσύ να προσέχεις.

Βγήκαμε μια βόλτα στην πόλη. Τίποτα δεν έχει αλλάξει έτσι για να φαίνεται πως κάπου σε αυτά τα στενά της γυρίζω ακόμα εγώ. Μου αρέσει αυτό αρκετά το εκτιμώ. Και Σε ευχαριστώ. Χιόνιζε έτσι απαλά, αλλά είπα να μην κλαίγομαι πολύ και άφησα το αυτοκίνητο να χαράξει αυτή την λευκή γραμμή όπως τα αεροπλάνα φορές που ξαπλώνεις στο γρασίδι, και το γαλάζιο του ουρανού κόβεται με μια λευκή γραμμή, την ίδια όπως εκείνη που αφήνει το καράβι όταν απομακρύνεσαι από το λιμάνι και το γαλάζιο της θάλασσας κόβεται κι εκείνο από μια. Λευκή γραμμή στην κεντρική οδό της πόλης, τίποτα δεν έχει αλλάξει, όλα τα ίδια στην θέση τους. Ο κόσμος φαίνεται μικρότερος. Ή μεγάλωσα ξαφνικά εγώ;

Στις κούτες και στα διάφορα βρήκα και κάποια ξεχασμένα τραγούδια. Μου θύμησαν μιαν εποχή με πολύ. Πολύ ποδήλατο. Όταν έτρεχα όλους τους δρόμους και πήγαινα κόντρες σε ανηφόρες και έκαιγε άλλωτε η άσφαλτος. Και φυσούσε άλλωτε κρύος ο αέρας.

Αυτό το τραγούδι ήταν αγαπημένο ένα καλοκαίρι ολόκληρο. Την γούσταρα έτσι που ήταν όμορφη μέσα στην γαλήνια ύπαρξη της.

Και κυρίως.

Στην απόλυτη...Ελευθερία της.

Κάποια στιγμή θα γράψω κάτι σωστό και θα κόψω αυτή τη βλακεία. Με τις τελείες.

ΑΝ. και. Μπορεί και πάλι σε μερικά χρόνια να Σκεφτώ.

Μα τί Καλά που έγραφα. Τότε.

:)

Καλή Χρονιά Ευχήθηκα;

Πάντα το καλύτερο. Για Όλους.

2009. Κεράκια. Τα φυσάς;

http://www.youtube.com/watch?v=ujGfDTNQ7cM
Την φωτογραφία την τράβηξε φίλος σε ένα "σιωπηλό περίπατο" κάπου στο δάσος του Val Morin.

Sunday, December 28, 2008

Αγία νοσταλγίΑ.

Νόμιζες αλήθεια.

Πως δεν θα σου έγραφα ξανά.

Ποτέ;

24 Δεκεμβρίου. Όχι ξέρω. Πέρασαν τέσσερις ημέρες ολόκληρες Να. Και η μέση της;

Ακόμα λιγάκι την ενοχλεί. Μια σταγόνα ευκάλυπτος προς Τέσσερις: Αλοιφές.

Επιτρέπεις;!;

ΜΕ ΓΑΡΓΑΛΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Στο αεροδρόμιο δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου. Κολλήματα θα μου πεις, εντάξει δεν έχεις άδικο. Όλο αυτό το κλισέ με τα σάλια και τα δάκρυα στα αεροδρόμια και στα λιμάνια μου την δίνει. Εγώ προτιμώ να γυρίσω την πλάτη μου. Να προχωρήσω προς του Ερμές. Και να δακρύσω σιωπηλά τον πόνο μου. Μικρές μαχαιριές στην καρδιά μου. Θα σε ξαναδώ. Δύναμη λέω Άννα θα τους ΜΠΙΠ. ΔΥΝΑΜΗ!!!!!!!!!!!!!!!

Η πτήση λεει Φρανκφούρτη κι εγώ. Κατεβαίνω. Μέσα σε αυτούς τους θαλάμους που φτιάχνουν ειδικοί για τις μεταφορές από το σκάφος στο αεροδρόμιο για να μην καταλάβεις. Πως βρίσκεσαι σε κάποιο ανώνυμο ενδιάμεσο προορισμό. Εκεί θα σου χαμογελάσει μια κούκλα μια καλησπέρα, μια καλημέρα στα Γερμανικά. Και λες. Εαν τυχαία της δάγκωνα το αυτί αφήνοντας μια μικρή σταγόνα αίμα να κυλίσει στο λευκό πουκάμισο της όπως κατεβαίνω. Θα ράγιζε λιγάκι αυτό το παγωμένο χαμόγελο;

Στην Φρανκφούρτη είχα το υφάκι μου το μου την δίνουν όλα. Και είχε πολλά μαγαζιά. Δεν τα προσέχω ποτέ, όσο τώρα. Έβλεπα τις βιτρίνες. Σκέφτηκα τις δικές μας. Και ήταν μια γλύκα ο πειρασμός να σπάσω μια δυο τρις.

ΟΛΕΣ.

Αλλά είπαμε. Εμείς τώρα. Τις ανεβάζουμε. Τις στολίζουμε.

Θα τις σπας εσύ. Για να μου την σπας έτσι να με τσιγκλάς. Μήπως και καταφέρεις.

ΝΑ ΜΕ ΞΥΠΝΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Τίποτα. Λες έκανα τόσο καιρό να σου γράψω. Και απάντησα πως θα το κάνω. Θα σου πω για τα παγωμένα στενά κοντά στην γειτονιά μου. Θα σου γράψω για το πάρκο με τα γυμνωμένα δέντρα. Θα σου πω για την πόλη αυτή που ζει σε μια παλιά φωτογραφία. Τόσο μακριά από εμάς. Τόσο μακριά από εσένα.

Πρέπει να πάρω πάλι ένα αεροπλάνο. Εκείνη μου θυμίζει πως είναι να είσαι στα ζεστά. Τα καθαρά της τα παπλώματα. Τα νόστιμα της τα φαγητά. Ακούς δυνατά μουσική. Δεν είσαι στο γραφείο. Για λίγες μέρες δεν έχει καν γραφείο.

Λες. ΜΠΙΠ τί κάνω; Πάλι έμπλεξα; Λες. Γιατί ξεκίνησα; Θυμήσου, ΆΝνα θυμήσου. Τα όνειρα σου πες μου ποια ήταν, πες μου ποια είναι σήμερα; Κενό.

Πρέπει να πάρω κάποτε διακοπές.

Και να πάω και σε καμιά Συναυλία.

Επανέρχομαι.

Δεν μου βγαίνει απόψε.

Συμπάθα με.

Είσαι πολύ πιο άμεσος από ότι θα τολμήσω ποτέ να γίνω εγώ.

Monday, September 08, 2008

Leonard Cohen - Lady Midnight

Ξυπνάς.
Είναι Δευτέρα.
Δεν άργησες.
Ακόμα.
Και βλέπεις.
Το όνειρο σου.
Στην οθόνη σου...

Wednesday, August 27, 2008

Απλά μαθήματα Οικονομίας - Χρόνου

Τελευταία μέρα άδειας και σκέφτομαι τα εξής:

Περί χρόνου ο λόγος.

Μήπως ο τίτλος που θα ταίριαζε καλύτερα θα ήταν: να γιατί οι περισσότεροι νέοι ζούνε ακόμα στο πατρικό τους σπίτι ακόμα και μετά τα τριάντα.

Απλά μαθήματα οικονομίας. Χρόνου.

Γυναίκα. Ετών 30. Πτυχιούχος. Με μέτριο κατά τα λεγόμενα της αγοράς μισθό. Αποφασίζει. Να έρθει στην Αθήνα. Δηλαδή. Δεν έρχεται η μαμά να καθαρίσει (ποτέ). Δεν έρχεται ο μπαμπάς να φτιάξει τις λάμπες (ποτέ).

Μένει. Μόνη σε ένα δυάρι στο Χαλάνδρι.

Ο τυπικός χρόνος ανά εβδομάδα πάει κάπως έτσι:

9-10 ώρες καθημερινά στο γραφείο ή εκτός αναλόγως τις περιπτώσεις όπως και να έχει 9-10 ώρες καθημερινά αφιερώνονται στην δουλειά.

Η μετακίνηση από την δουλειά στο σπίτι είναι περίπου μία ώρα (εδώ υπάρχει εξήγηση αλλά δεν θα την κάνω τώρα).

Σύνολο μέχρι στιγμής για την δουλειά μόνο: 11 ώρες.

Ωραία. Γυρνάμε λοιπόν στο σπίτι. Μαγειρική περίπου 1-2 ώρες. Σύνολο τώρα: 13 ώρες.

Δουλειές τύπου πλύσιμο ρούχα – σίδερο ρούχα – βάζω στις ντουλάπες ρούχα: 2-3 φορές την εβδομάδα ανά 2 ώρες – σύνολο εβδομάδας κατηγορία ρούχα: 6 ώρες στο μέγιστο.

Σύνολο εβδομάδας μέχρι στιγμής: 13 ώρες * 7 μέρες = 91 ώρες δουλειά + φαγητό

+ ρούχα = 97 ώρες.

Ας περιορίσουμε τον ύπνο στις επτά ώρες, δηλαδή υπολογίζοντας το δεκάωρο του σαββατοκύριακου και το πεντάωρο της εβδομάδας, δηλαδή 7 ώρες ύπνου μέσος όρος * 7 μέρες = 49 ώρες νάνι

Μέχρι στιγμής έχουμε = 146 ώρες

Πάμε παρακάτω : Σουπερμάρκετ – μια ασχολία η οποία αν θες να πας με το αυτοκίνητο συνεισφέρεις άσκοπα στην μόλυνση αλλά σαν εγωιστής άνθρωπος σκέφτεσαι πως γλιτώνεις χρόνο γιατί αγοράζεις ας πούμε περισσότερα απ’ ότι αν πας με ποδήλατο.

Ας κάνουμε και τους δυο υπολογισμούς: Με αυτοκίνητο = Μία φορά την εβδομάδα σύνολο χρόνου να πας, να ψωνίσεις, να γυρίσεις, να τα βάλεις στην θέση τους = 2 ώρες. (Σημειώνω πως το σούπερ είναι 10 λεπτά από το σπίτι με το αυτοκίνητο). Βάλε και μία ώρα ξεκούραση μετά στάνταρ = 3 ώρες

Σύνολο: 149 ώρες.
Με το ποδήλατο θα θες να πας: 4 φορές * 45 λεπτά να φτάσεις (και πως θα φτάσεις με τον κάθε Χαλανδραίο και μη που θα σε σπρώχνει στον δρόμο με το αυτοκίνητο του στάνταρ και κάθε φορά) * 1 ώρα πάρε συν βάλε στο σπίτι * 45 λεπτά γύρισε σύνολο με το ποδήλατο: 12 ώρες. Βλέπε 4 φορές παραπάνω από το αυτοκίνητο. = Δεν το επιλέγουμε παρά μόνο περιστασιακά.

Η εβδομάδα έχει σύνολο: 7 * 24 ώρες = 168

Δηλαδή μένουν 168 – 149 ώρες = 19 ώρες για δικό σου χρόνο.

19 / 7 μέρες = 2,17 ώρες την ημέρα.

Αυτό χωρίς να έχω υπολογίσει καθαριότητα σπιτιού, συναλλαγές με το δημόσιο, άλλες πληρωμές, εξετάσεις και ραντεβού προσωπικά σε ιατρούς κλπ, αγορές για διάφορα απαραίτητα όπως ενδυμασία, ή άλλα για το σπίτι, συναλλαγές με μηχανικούς για το αυτοκίνητο, για το σίδερο, για οτιδήποτε άλλο χάλασε και πρέπει να φτιάξεις. Και ας μην ξεχνάμε το πιο συμαντικό: τηλεφωνήματα και εκκρεμότητες δουλειάς που πρέπει να γίνουν εκτός ωραρίου, απρόοπτα και σε κάθε πιθανή στιγμή του ελεύθερου χρόνου σου.

Πες μου τώρα εσύ.

Τι χρόνος να υπάρχει: Πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό σου, δηλαδή, να κάνεις μια γυμναστική, να προσέξεις την διατροφή σου, να διαβάσεις, να πας σε ένα θέατρο, σε κάτι που αγαπάς. Και μετά πες μου πού χρόνος, να κάνεις μια φυσιολογική σχέση.

Όπου αυτός κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει τις ίδιες υποχρεώσεις γιατί σαν άνδρας – στο δικό του πρόγραμμα – φαγητό, ρούχα, και καθαρό σπίτι καλύπτονται από μαμά.

Και μετά.

Σχόλια όπως: Αμάν βρε. Όλο δικαιολογίες είσαι πως δεν έχεις χρόνο. Καλά πως είναι έτσι το σπίτι σου; Όλο παράπονα είσαι. Μια χαρά μισθό έχεις γιατί λες δεν βγαίνεις; Αν δεν προλαβαίνεις να μαγειρέψεις να τρως έξω (βλέπε προηγούμενη ατάκα). Γιατί δεν φέρνεις μια γυναίκα να στα κάνει αυτά; (βλέπε ίδια ατάκα). Αυτά δεν θέλατε οι γυναίκες; Απελευθέρωση;

Εγώ ήθελα απλά να αναφέρω αυτό το μικρό πρόγραμμα της εβδομάδας μου, όπως το σκέφτηκα σήμερα που τυχαίνει να είναι.

Και η τελευταία μέρα της άδειας μου. Και υπάρχει ακόμα ελάχιστος ελεύθερος χρόνος.

Σχόλια ευπρόσδεκτα.

Horis kardia

Greek Version by Rouvas.

Self explanatory.

Damien Rice - The Blower's Daughter

All there is left to do.

Is to wait for the cold wind.

To Blow us by.

Tuesday, August 26, 2008

Here It Is.


Ακούγοντας αυτόν τον δίσκο: Σκέφτομαι, πως το αγαπημένο μου αυτό το βράδυ είναι αυτό:


Πατόντας ξανά και ξανά το replay, σκουπίζω τον ιδρώτα από τον λαιμό μου,
πίνω μια λουγιά από το τσάι που ετοίμασα μόλις πριν μία ώρα πρέπει να ήταν.
Σκέφτομαι πως θα ήθελα να βρω ένα βιβλίο του:
Philip Tetrault.
Ένας ποιητής που πάσχει χρόνια από παρανοική σχιζοφρένεια. Ζει μεταξύ τους παγωμένους δρόμους του Μόντρεαλ και τα ψυχιατρικά ιδρύματα τα οποία τον "φιλοξενούν" κατά καιρούς. Λύτρωση βρίσκει στα γραπτά του. Στην φύση. Και στους αγαπημένους φίλους και συγγενείς. Την κόρη του.
Διαβάζω ένα αρκέτο μεγάλο μπλε βιβλίο ψυχανάλυσης τύπων, του διάσημου Φρόυντ. Και σχετίζω τον ποιητή Τετρό με τον πρόεδρο Σρέμπερ. Πίνω άλλη μια γουλιά. Πικρό.
Και σκέφτομαι.
Πως θα σου γράψω κάτι έτσι απόψε γιατί.
Γύρισα μόλις από ένα ταξίδι στην Αμοργό.
Το ταξίδι θα αρχίσει όπως τελείωσε.

Θα ήθελα να σου το γράψω όλο στα αγγλικά.

Θα ήθελα να σου το γράψω όλο στα γαλλικά.

Σκέφτομαι μονάχα πως.

Πρέπει να εξασκώ διαρκώς τα μανδαρινά.

Κι έτσι.

Σου το γράφω στα ελληνικά. Με το συμπάθιο. Και με μικρά γράμματα δειλά.

Κόκκινο το καράβι, κόκκινα πανιά άπλωσε στο λιμάνι, άφησε βαθιά μέσα της την άγκυρα του.

Ένιωσα καθώς έσκιζε την ηρεμία της. Την ψυχραιμία της.

Τα νερά ταλαιπωρημένα ήταν μου είπες.

Κοίταξε πως είναι διάφανα. Και έλεγες πως ήμασταν ακόμη στο ανοιχτό πέλαγος.

Όμως εγώ είδα το μαύρο αίμα. Τις κηλίδες να μαρτυρούν τον φόνο. Της φύσης.

Λιμάνι μου είπες. Κι εγώ σου έδειξα με το δάχτυλο αυτή τη φορά θρασύς το γκρίζο αυτό σύννεφο που θα μας έκοβε την ανάσα μας.

Σε λίγο.

Με φίλησες.

Φορούσες κι εσύ ένα κόκκινο πουκάμισο. Και ο δρόμος ήταν τρομαχτικός πολύ γιατί έπεσε το σκοτάδι σου είπα. Και στο πέλαγος, ανοιχτό, ζωγράφισε ο ουρανός το δειλινό. Και μου είπες. Να μην φοβάμαι και πως.

Φώτα μέσα στην νύχτα. Γρήγορο βάδην για να μην με φτάσεις. Μην με πιάσεις. Μην με ανακαλύψεις. Μην με τρομάξεις. Μην.

Στην Αμοργό έμεινα οκτώ δειλινά και οκτώ ανατολές.

Τις μέτρησα στο σώμα σου όταν εσύ κοίταζες αλλού. Όταν εσύ κοιμόσουν διάβαζα τον χάρτη και κατάστρωνα.

Σχέδια δραπέτευσης από την ευτυχία σου.

Ήταν οι αρχαίες πόλεις που έπρεπε να διασχίσω.

Τα Κατάπολα – Τα Μίνωα – Στην χώρα λευκός ο αέρας φυσούσε την πλατεία με τα μεγάλα δέντρα μου είπες ποια ήταν – σου είπα. Λόζα.
Στην Αγία Άννα. Περπατήσαμε μαζί στο αριστερό μονοπάτι, και στο βάθος. Φυσούσαν οι δαίμονες λέει την διαμαρτυρία τους της οποίας μονάχοι μάρτυρες.

Οι γάτες που τάιζαν οι μοναχοί. Στα μαύρα ντυμένοι. Κι εγώ έσκυψα να περάσω στο κατώφλι της. Χοζοβιώτισσας. Με οδήγησες στην πύλη. Κι εγώ γλίστρησα. Μονάχα που στην απουσία σου.

Οι τοίχοι άφησαν τον άνεμο να με σηκώσουν ψηλά.

Πάνω από το πέλαγος με τα μεγάλα. Με τα δυνατά κύματα.

Μου είπες.

Πως κοίταξε πως δεν υπάρχει καμία σειρά στα κύματα.

Και είναι πράγματι ελεύθερα.

Η αγάπη σου έτρεξε σαν δάκρυ ζεστό στο μάγουλο σου. Καθώς γυμνοί στην άγρια θάλασσα του Μούρου. Βουτήξαμε και έτσι αθώοι όπως ήμασταν.

Χαθήκαμε.

Μέχρι να μας βρει. Το μονοπάτι από την Αιγιάλη στον Κάτω. Στον Άνω Ποταμό. Με το ηλιοβασίλεμα λίγο πριν σβήσει η οθόνη. Μέχρι τα Θολάρια. Και πίσω.

Ξεχνώ κάτι.

Θυμάμαι τι.

Ένα δαχτυλίδι. Γαλάζιο. Και πράσινο.

Σαν την ανάμνηση που μου χάρισες.

Τις οκτώ αυτές νύχτες. Τις οκτώ αυτές μέρες.

Μακριά και αλήθεια τόσο πολύ κοντά.

Για το ταξίδι. Θα σου γράψω άλλη φορά. Τελείωσα βλέπεις και το τσάι μου.

Ηχεί μονάχα το βουητό του ανεμνηστήρα στο δωμάτιο μου.

Κάτω Χαλάνδρι. Επιστροφή. Στην Αλήθεια.

Saturday, August 16, 2008

Jean Leloup L'amour est sans pitié

Ας μου πει κάποιος.

Γιατί όταν με βρίσκει ελεύθερη.

Ο χρόνος.

Με γυρίζει πάντα.

Πίσω.

Martha Wainwright - The Traitor (Leonard Cohen)

Μια επίσης απίθανη εκτέλεση...

Leonard Cohen - The Traitor

30 Ιουλίου Μαλακάσα. Από τον παλιό δρόμο. Έψαχνες το φως της σελήνης. Κι εκείνη σε χαίδευε απαλά. Μικρή. Στο πλήθος μοναδική. Για μια στιγμή. Τον χρόνο μας.

Μαζί.

Friday, August 15, 2008

ΔεκαπεντΑύγουστοΣ

Θέλω εδώ και μέρες να σου γράψω.

Πλένω τα πιάτα και σε σκέφτομαι.

Διπλώνω τα ρούχα και σε σκέφτομαι.

Σιδερώνω το μαύρο φόρεμα και σε σκέφτομαι.

Περπατάω στην Παπανδρέου, ζεσταίνομαι, χάνομαι, και σε σκέφτομαι.

Κλειστό λόγο θερινών διακοπών.

Και εγώ.

Σε άδεια από την περασμένη Παρασκευή.

Με λίγα λεπτά στη διάθεση σου πριν γίνει αισθητή η καθυστέρηση μου στο σπίτι της.

Αρώματα μεσημεριανού με περιτριγυρίζουν.

Η βαλίτσα όπως την άφησα, άμμο Σαμοθράκης εδώ εκεί, πετραδάκια τινάζω.

Καθώς ετοιμάζομαι.

Για άλλο ένα ταξίδι, μερικές μέρες στο πέλαγος, μαζί σου.

Βιάζομαι.

Γιατί αργώ πάντα.

Επειδή το τιούμπ δεν με καταδέχεται πλέον.

Σου δίνω ένα λινκ.

Έτσι για να με σκέφτεσαι κι εσύ λιγάκι.

Αυτές τις μέρες που θα λείπω.

Σε φιλώ.

ΆΝνα σκέτο.

http://www.youtube.com/watch?v=BNhYMwmOv2A&feature=related

Sunday, July 20, 2008

Na se ksexasw prospathw

Εντάξει έφαγα τιουμπο-κόλλημα πάλι.

Lakis Papadopoulos - Vrwmika filia

Κυριακή 10:22.

Θέλω να γράψω κάτι εδώ και ώρες.

Σκόνη στο γραφείο μου.

Ιδρώτας.

Ζεστό πλαστικό μπουκάλι Ιόλη.

Και αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο...

Sunday, June 01, 2008

11:50.


Κυριακή 01 Ιουνίου 2008.

Είναι επίσημα η αρχή του καλοκαιριού.

Είναι Κυριακή. Κοιτάζω γύρω μου και ζω ξανά στο χάος. Κάθε μεταβατική περίοδος σκέφτομαι αναζητά το χάος της. Από το χάος δεν φτιάχτηκε ο κόσμος; Κάπως με καθησυχάζει αυτό, και μαζί με τη βοήθεια που έρχεται από την γειτονική Αλβανία σήμερα, νιώθω σαφώς καλύτερα ξέροντας πως κάπως θα τα τακτοποιήσουμε σ’ αυτό το μικρό χώρο των πενήντα τετραγωνικών τον οποίο μοιράζομαι τελευταία με μια αράχνη στη κουζίνα.

Ο χρόνος είναι σχετικός. Και όπως σου είπα και χτες στο τηλέφωνο. Τον χρόνο δεν τον μετράμε με δευτερόλεπτα, λεπτά. Τον χρόνο τον μετράμε μονάχα με εμπειρίες. Και αυτή είναι η σωστή καταμέτρηση του. Μου είπες, πως Άννα, εμείς ευτυχώς μπορούμε να ξεχνάμε. Και έτσι το βάρος μας, είναι ανάλαφρο. Φαντάσου μου είπες να μην είχαμε την ικανότητα αυτή. Να ξεχνάμε.

Εγώ πάλι αυτές τις τελευταίες εβδομάδες δουλεύω διαρκώς. Κλείνει ένα συμβόλαιο στο οποίο εργάστηκα. Και έχω το άγχος που δεν έχουν οι προϊστάμενοι μου. Εξάλλου ξέρω πως ότι κι ας γίνει, στο τέλος εμένα θα κατηγορήσουν. Κι ας μην έρχεται κανένας από αυτούς να βοηθήσει σε κανένα στάδιο της δουλειάς. Κι ας σου γράφω τώρα κοιτάζοντας αυτό το άτιμο ρολόι. Να τηλεφωνήσω στον διευθυντή να συναντηθούμε στο γραφείο. Κυριακή. Δεν έχω άλλη επιλογή, δυστυχώς.

Γιατί αύριο. Θεσσαλονίκη.

Καν το εισιτήριο μου δεν πήρα. Όλα τα άφησα εκεί. Κοπεγχάγη. Βρυξέλλες. Ψυχίατροι. Ουρολόγοι. Διαδικασίες. Διαδικασίες. Πτήσεις. Πτήσεις.

Σκέφτομαι αν γίνεται να έρθω κοντά σου τον Αύγουστο. Θα έχω λένε τρις εβδομάδες. Το σκέφτομαι και σου γράφω. Ξέρω πως δεν έχω ακριβώς τις γνώσεις και την πείρα για να σε βοηθήσω, αλλά θέλω να έρθω κοντά σου. Άργησα μπορεί. Άσε με όμως να το προσπαθήσω. Χρειάζομαι μονάχα λίγο χρόνο να οργανωθώ. Και να σε προσεγγίσω. Θα ήθελα να γίνει το θαύμα αυτό και να φύγω τις τρις εβδομάδες αυτές να έρθω κοντά σου να σου προσφέρω λίγο από το χρόνο μου κι εσύ λίγο από αυτό το απίστευτο χαμόγελο της ευγνωμοσύνης σου. Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις λέγονται. Αλλά εγώ νομίζω πως είναι ένα είδος θεραπείας για εμάς τους δυτικούς. Μια αποτοξίνωση από τον άθλιο εγωισμό μας.

Κοντεύει 12. Και του είπα πως θα του τηλεφωνήσω τέτοια ώρα.

Ο χρόνος σταμάτησε. Στη τελευταία φορά που με έπιασες από το χέρι λευκό. Να μην γλιστρήσω στις πέτρες λευκές. Και ήμασταν αλήθεια. Στην κορυφή του κόσμου.

Τώρα μετράω κι εγώ λεπτά.

...

Η φωτογραφία είναι από το blog του Dr. Steven Cohen, Farchana nights.

Je t'oublierai - Isabelle Boulay

Αυτό είναι για σένα.

Παραδόξως. Όπως γυρίζεις στη ζωή μου.

Έτσι προσπαθώ να σε ξεχάσω περισσότερο.

Αλλά.

Τα θυμάμαι όλα. Ή σχεδόν.

Tuesday, May 13, 2008

Βενζίνη : Τέλος.

Τρίτη 13 Μαίου 2008.

Είναι βράδυ. Έκανα ένα ντους και αναστέναξα πρέπει να πήρα δυο ή τρις βαθιές ανάσες. Ξέρεις εκείνες που πλησιάζουν στην ένταση τον οργασμό ή και την αγανάκτηση, μπορείς να πεις και την απελευθέρωση όποιας μορφής.

Μου την έδωσε η μέρα. Ξέρω είμαι ζωντανή και σε ευχαριστώ. Θα έπρεπε να μην την βγάζω σε ένα παγκάκι στη μέση του πεζόδρομου στην κεντρική του Πειραιά είναι ένα λιμάνι, ναι.

Οι ουρές στα βενζινάδικα. Το ραδιόφωνο και όλο αυτό το παράλογο. Που συμβαίνει γύρω μου. Και δίνω το εταιρικό για πλύσιμο. Και μου λεει το παιδί αν θέλω και βενζίνη. Κοιτάζω την αφίσα όπου γράφει με σπρέι μαύρο ένα πρόχειρο : βενζίνη τέλος. Το τέλος είναι υπογραμμισμένο για να το εμπεδώσουν οι περαστικοί οδηγοί.

Τον κοιτάζω. Το ξαναδιαβάζω. Μου λεει πως κράτησαν λίγη για τους «καλούς πελάτες». Λες και είναι κάποια μαύρη αγορά. Του απαντώ πως όχι είμαι ΟΚ. Εξάλλου το αυτοκίνητο το έχω μόνο για τις δουλειές της εργασίας μου. Για τα δικά μου, υπάρχει το μετρό. Το ποδήλατο. Οι φίλοι. Οπότε ναι. Μου φτάνει λιγότερο από μισό ντεπόζιτο για αυτές τις δουλειές τις εξωτερικές. Του απαντώ αφήστε μπορεί κάποιος να την χρειάζεται περισσότερο. Είναι καλό παιδί. Αναπνέει αυτό το καρκίνο καθημερινά, με όλους αυτούς τους μαλάκες που στήνονται στις ουρές και τον βρίζουν. Που αργεί. Μήπως και αργήσουν. Στο ραδιόφωνο ο ηλίθιος εκφωνητής του Antenna (θα μου πεις πως τον άκουσες; Κατά λάθος μανία την έχω να αλλάζω διαρκώς σταθμούς). Λεει πως το καλό σε όλο αυτό το «πανικό» είναι πως θα κάνουμε λεει «οικονομία» στη βενζίνη.

Το γεγονός πως για τόσο λίγο, θα δώσουμε ένα διάλειμμα στην μισοπεθαμένη φύση της πόλης. Στα παιδιά μας να αναπνεύσουν λιγάκι. Στους ηλικιωμένους. Σε μας τους ίδιους, τους νέους, τους μεσήλικες, μαλάκες, που στηνόμαστε σε ουρές, μήπως και δεν προλάβουμε το τέλος του κόσμου έτσι μπουρδέλο όπως τον στήσαμε.

Σκεφτόμουν στο παγκάκι, το βρώμικο, στη μέση του βρώμικου πεζόδρομου, στο βρώμικο κέντρο, του βρώμικου Πειραιά, ένα λιμάνι, μιας βρώμικης πόλης, σε μια «βρώμικη» χώρα. Πως τι γυρεύω εδώ και πως πράγματι έφτασα στα όρια της αντοχής μου. Να γαμηθούνε, τι να πρωτο-προλάβω. Πως να εξηγήσω στους ηλίθιους που γεμίζουν τα μαγαζιά λες και έρχεται η συντέλεια του κόσμου αν δεν ψωνίσουμε κάθε Σάββατο πρωί έτσι πανικός, μη χάσουμε το συνολάκι, όσο κι όσο, πάντα ένας γαμημένος πανικός παντού. Πως να εξηγήσω πως πάρε τα πόδια σου μαλάκα να πας στο κέντρο, και μην παρκάρεις το τζιπ το ένα το άλλο σου πάνω σε πεζοδρόμια, πάρε το μετρό. Πάρε το ποδήλατο σου δεν είναι ντροπή. Δεν είναι ντροπή να λες, πως ναι ρε, είναι λίγα τα λεφτά εδώ σ’ αυτό το τόπο για τις τιμές της ζωής. Και πρέπει να κάνω οικονομία, να μην αγοράσω το κινητό το τελευταίο που κάνει 150 ευρώ γιατί απλά δεν με φτάνει ο μισθός. Και δεν είναι ντροπή, να προσέχεις το περιβάλλον σου, δεν είσαι γελοίος αν προσέχεις την ανακύκλωση σου, αν αφήνεις τους πεζούς να περάσουν όταν οδηγείς, αν αφήνεις τους οδηγούς να στρίψουν σε ένα στενό, αν δεν κάνεις σαν υστερικός επειδή ο μπροστά δεν ξεκίνησε στο δευτερόλεπτο που άλλαξε το φανάρι.

Δεν είναι ντροπή να φοράς τα περσινά σου ρούχα, να μην είσαι διαρκώς στην μόδα, να μην κάνεις ακριβές διακοπές. Δεν είναι ντροπή να ομολογήσεις πως υπάρχουν σαφώς προβλήματα σ’ αυτό το τόπο. Δεν είναι ντροπή, και δεν είσαι ούφο, αν πας να καθαρίσεις μια παραλία μια Κυριακή, αν πας να φυτέψεις δέντρα, αν δώσεις λίγο από τον ελεύθερο χρόνο σου να κάνεις κάτι για τον συνάνθρωπο σου. Να κάνεις μια παρατήρηση σε κάποιον που σου φωνάζει δίχως λόγο. Για όλη αυτή τη φασαρία της πόλης αυτής, την οποία δεν αντέχω άλλο απλά.

Δεν αντέχω να είναι μεσημέρι καθημερινής και να είναι τίγκα οι καφετέριες με τριαντάρηδες που σαπίζουν με φραπέ και τσιγάρα, μεσημεριάτικα, για ένα όνειρο της ρέκλας. Και της πάρτης. Ο καθένας για την πάρτη του έτσι έτσι. Και μη ξεχάσεις να πετάξεις τη γόπα σου στο δάπεδο. Ή καλύτερα σε ένα δάσος. Καταπράσινο να το ισοπεδώσεις και αυτό.

Κουράστηκα. Να μην καταλαβαίνουν, έστω οι περισσότεροι, πως αυτή η απεργία είναι ότι καλύτερο συνέβη το τελευταίο χρόνο τουλάχιστο όσο είμαι εδώ. Και μιλώ για τη βενζίνη των πολιτών. Γιατί όσο αφορά τις μεταφορές πρώτων υλών, αν έχουν κρατήσει βενζίνη για εμένα την ασήμαντη. Μη με γελάς πως δεν κράτησαν και για εκείνους. Ανόητα ΜΜΕ, εγκληματίες, αλήθεια, με αυτή τη προπαγάντα την συνεχόμενη τρομοκρατία.

Καθώς την ίδια στιγμή που αναμένεις στην ουρά με το μπιντόν, στην Κίνα, «οι νεκροί ξεπέρασαν τους 12,000." Δώδεκα χιλιάδες νεκροί. Ποιος τη χέζει τη βενζίνη για το ντεπόζιτο μου; Θα πάρω το μετρό. Θα πάρω το ποδήλατο. Θα συναντηθώ με φίλους θα ταξιδέψουμε μαζί. Θα αλληλο-εξυπηρετηθούμε.

Θέλω να φύγω.
Δεν ξέρω τι με κρατάει εδώ.

Απόψε. Ακόμα ούτε και εσύ.

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_13/05/2008_232412

Edith Piaf - La Foule

Δεν θα σου το τραγουδήσω.

Εγώ.

Sunday, May 11, 2008

Agrypnia - Thanassis Papakonstantinou

Από τα Ιωάννινα. Στο Δαφνί. Από το Δαφνί.

Στο τελευταίο ταξίδι σου.

Από εκεί. Στο βράδυ της Κυριακής.

Θα χαρείς να μάθεις πως δεν φίλησα το χέρι το ιερέα. Έκανα εδώ κι εκεί τον σταυρό μου δεν κατάλαβα καλά κι εγώ δεν σκέφτηκα μηχανικά παρασύρθηκα με το πλήθος. Η λειτουργία, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Δεν θα σου άρεσε νομίζω καθόλου. Θα τους είχες βρίσει και καλά θα είχες κάνει. Εγώ δεν ξέρω, λύγισα με όλο αυτό το κλίμα. Δεν σε πρόλαβα κιόλας. Κι εσύ αναρωτιόσουν άκουσα γιατί χάθηκα. Είμαι μεγάλος μαλάκας πρέπει να στο είχα πει.

Τα παιδιά σου ήταν εκεί. Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος. Άντρας σωστός ο γιος σου, περίμενε να τελειώσει αυτή η τελετουργία των επιζώντων στο προαύλιο της εκκλησίας. Έβρεχε κιόλας, και γέμισαν οι γόβες οι μαύρες με λάσπες. Ήμασταν τυχεροί και νιώσαμε λίγη ανακούφιση στην αίσθηση αυτή.
Περίμενα κι εγώ, και για μια στιγμή, ενώσαμε το βλέμμα μας στο κοιμητήριο. Αναπαύονται άραγε οι ψυχές;

Κάποια στιγμή Θα σε βρω μπαγάσα. Και θα καθίσουμε ξανά στο ίδιο τραπέζι. Τις ιστορίες σου από το ναυτικό να με κερνάς. Σε λιμάνια μακρινά, και σε περασμένες εποχές να με ξαναπάς.

Έως τότε. Θα περιμένω εδώ.

Καλό ταξίδι.

Tuesday, May 06, 2008

Alanis Morissette - Hand In My Pocket

Σιγά μη δεν ανέβαζα.

Για να θυμάμαι. Τις παλιές. Καλές;

Καλές!!!!!!!!!!! Εποχές!!!!!!!!!!!!!!

Σιγά μην Κλάψω - Αγγελάκας και Οι Επισκέπτες

Και αν τα έβαζα στο πλάι. Θα έπαιζαν σαν μια λίστα ας πούμε;

Περνάω το στερητικό μου. Πρώτα λες, αυτός τα φταιει. Μετά λες, εμείς τα φταίξαμε. Τελικά λες, εγώ τα φταιω.

Δεν είμαι κομμένη και ραμμένη. Για τέτοια.

Και ούτε θυμάμαι πού έκρυψα: την υπομονή - την ανοχή - τα συναισθήματα - τα διλήματα - το πάθος.

Λάθος.