Sunday, June 01, 2008

11:50.


Κυριακή 01 Ιουνίου 2008.

Είναι επίσημα η αρχή του καλοκαιριού.

Είναι Κυριακή. Κοιτάζω γύρω μου και ζω ξανά στο χάος. Κάθε μεταβατική περίοδος σκέφτομαι αναζητά το χάος της. Από το χάος δεν φτιάχτηκε ο κόσμος; Κάπως με καθησυχάζει αυτό, και μαζί με τη βοήθεια που έρχεται από την γειτονική Αλβανία σήμερα, νιώθω σαφώς καλύτερα ξέροντας πως κάπως θα τα τακτοποιήσουμε σ’ αυτό το μικρό χώρο των πενήντα τετραγωνικών τον οποίο μοιράζομαι τελευταία με μια αράχνη στη κουζίνα.

Ο χρόνος είναι σχετικός. Και όπως σου είπα και χτες στο τηλέφωνο. Τον χρόνο δεν τον μετράμε με δευτερόλεπτα, λεπτά. Τον χρόνο τον μετράμε μονάχα με εμπειρίες. Και αυτή είναι η σωστή καταμέτρηση του. Μου είπες, πως Άννα, εμείς ευτυχώς μπορούμε να ξεχνάμε. Και έτσι το βάρος μας, είναι ανάλαφρο. Φαντάσου μου είπες να μην είχαμε την ικανότητα αυτή. Να ξεχνάμε.

Εγώ πάλι αυτές τις τελευταίες εβδομάδες δουλεύω διαρκώς. Κλείνει ένα συμβόλαιο στο οποίο εργάστηκα. Και έχω το άγχος που δεν έχουν οι προϊστάμενοι μου. Εξάλλου ξέρω πως ότι κι ας γίνει, στο τέλος εμένα θα κατηγορήσουν. Κι ας μην έρχεται κανένας από αυτούς να βοηθήσει σε κανένα στάδιο της δουλειάς. Κι ας σου γράφω τώρα κοιτάζοντας αυτό το άτιμο ρολόι. Να τηλεφωνήσω στον διευθυντή να συναντηθούμε στο γραφείο. Κυριακή. Δεν έχω άλλη επιλογή, δυστυχώς.

Γιατί αύριο. Θεσσαλονίκη.

Καν το εισιτήριο μου δεν πήρα. Όλα τα άφησα εκεί. Κοπεγχάγη. Βρυξέλλες. Ψυχίατροι. Ουρολόγοι. Διαδικασίες. Διαδικασίες. Πτήσεις. Πτήσεις.

Σκέφτομαι αν γίνεται να έρθω κοντά σου τον Αύγουστο. Θα έχω λένε τρις εβδομάδες. Το σκέφτομαι και σου γράφω. Ξέρω πως δεν έχω ακριβώς τις γνώσεις και την πείρα για να σε βοηθήσω, αλλά θέλω να έρθω κοντά σου. Άργησα μπορεί. Άσε με όμως να το προσπαθήσω. Χρειάζομαι μονάχα λίγο χρόνο να οργανωθώ. Και να σε προσεγγίσω. Θα ήθελα να γίνει το θαύμα αυτό και να φύγω τις τρις εβδομάδες αυτές να έρθω κοντά σου να σου προσφέρω λίγο από το χρόνο μου κι εσύ λίγο από αυτό το απίστευτο χαμόγελο της ευγνωμοσύνης σου. Μη κερδοσκοπικές οργανώσεις λέγονται. Αλλά εγώ νομίζω πως είναι ένα είδος θεραπείας για εμάς τους δυτικούς. Μια αποτοξίνωση από τον άθλιο εγωισμό μας.

Κοντεύει 12. Και του είπα πως θα του τηλεφωνήσω τέτοια ώρα.

Ο χρόνος σταμάτησε. Στη τελευταία φορά που με έπιασες από το χέρι λευκό. Να μην γλιστρήσω στις πέτρες λευκές. Και ήμασταν αλήθεια. Στην κορυφή του κόσμου.

Τώρα μετράω κι εγώ λεπτά.

...

Η φωτογραφία είναι από το blog του Dr. Steven Cohen, Farchana nights.

Je t'oublierai - Isabelle Boulay

Αυτό είναι για σένα.

Παραδόξως. Όπως γυρίζεις στη ζωή μου.

Έτσι προσπαθώ να σε ξεχάσω περισσότερο.

Αλλά.

Τα θυμάμαι όλα. Ή σχεδόν.

Tuesday, May 13, 2008

Βενζίνη : Τέλος.

Τρίτη 13 Μαίου 2008.

Είναι βράδυ. Έκανα ένα ντους και αναστέναξα πρέπει να πήρα δυο ή τρις βαθιές ανάσες. Ξέρεις εκείνες που πλησιάζουν στην ένταση τον οργασμό ή και την αγανάκτηση, μπορείς να πεις και την απελευθέρωση όποιας μορφής.

Μου την έδωσε η μέρα. Ξέρω είμαι ζωντανή και σε ευχαριστώ. Θα έπρεπε να μην την βγάζω σε ένα παγκάκι στη μέση του πεζόδρομου στην κεντρική του Πειραιά είναι ένα λιμάνι, ναι.

Οι ουρές στα βενζινάδικα. Το ραδιόφωνο και όλο αυτό το παράλογο. Που συμβαίνει γύρω μου. Και δίνω το εταιρικό για πλύσιμο. Και μου λεει το παιδί αν θέλω και βενζίνη. Κοιτάζω την αφίσα όπου γράφει με σπρέι μαύρο ένα πρόχειρο : βενζίνη τέλος. Το τέλος είναι υπογραμμισμένο για να το εμπεδώσουν οι περαστικοί οδηγοί.

Τον κοιτάζω. Το ξαναδιαβάζω. Μου λεει πως κράτησαν λίγη για τους «καλούς πελάτες». Λες και είναι κάποια μαύρη αγορά. Του απαντώ πως όχι είμαι ΟΚ. Εξάλλου το αυτοκίνητο το έχω μόνο για τις δουλειές της εργασίας μου. Για τα δικά μου, υπάρχει το μετρό. Το ποδήλατο. Οι φίλοι. Οπότε ναι. Μου φτάνει λιγότερο από μισό ντεπόζιτο για αυτές τις δουλειές τις εξωτερικές. Του απαντώ αφήστε μπορεί κάποιος να την χρειάζεται περισσότερο. Είναι καλό παιδί. Αναπνέει αυτό το καρκίνο καθημερινά, με όλους αυτούς τους μαλάκες που στήνονται στις ουρές και τον βρίζουν. Που αργεί. Μήπως και αργήσουν. Στο ραδιόφωνο ο ηλίθιος εκφωνητής του Antenna (θα μου πεις πως τον άκουσες; Κατά λάθος μανία την έχω να αλλάζω διαρκώς σταθμούς). Λεει πως το καλό σε όλο αυτό το «πανικό» είναι πως θα κάνουμε λεει «οικονομία» στη βενζίνη.

Το γεγονός πως για τόσο λίγο, θα δώσουμε ένα διάλειμμα στην μισοπεθαμένη φύση της πόλης. Στα παιδιά μας να αναπνεύσουν λιγάκι. Στους ηλικιωμένους. Σε μας τους ίδιους, τους νέους, τους μεσήλικες, μαλάκες, που στηνόμαστε σε ουρές, μήπως και δεν προλάβουμε το τέλος του κόσμου έτσι μπουρδέλο όπως τον στήσαμε.

Σκεφτόμουν στο παγκάκι, το βρώμικο, στη μέση του βρώμικου πεζόδρομου, στο βρώμικο κέντρο, του βρώμικου Πειραιά, ένα λιμάνι, μιας βρώμικης πόλης, σε μια «βρώμικη» χώρα. Πως τι γυρεύω εδώ και πως πράγματι έφτασα στα όρια της αντοχής μου. Να γαμηθούνε, τι να πρωτο-προλάβω. Πως να εξηγήσω στους ηλίθιους που γεμίζουν τα μαγαζιά λες και έρχεται η συντέλεια του κόσμου αν δεν ψωνίσουμε κάθε Σάββατο πρωί έτσι πανικός, μη χάσουμε το συνολάκι, όσο κι όσο, πάντα ένας γαμημένος πανικός παντού. Πως να εξηγήσω πως πάρε τα πόδια σου μαλάκα να πας στο κέντρο, και μην παρκάρεις το τζιπ το ένα το άλλο σου πάνω σε πεζοδρόμια, πάρε το μετρό. Πάρε το ποδήλατο σου δεν είναι ντροπή. Δεν είναι ντροπή να λες, πως ναι ρε, είναι λίγα τα λεφτά εδώ σ’ αυτό το τόπο για τις τιμές της ζωής. Και πρέπει να κάνω οικονομία, να μην αγοράσω το κινητό το τελευταίο που κάνει 150 ευρώ γιατί απλά δεν με φτάνει ο μισθός. Και δεν είναι ντροπή, να προσέχεις το περιβάλλον σου, δεν είσαι γελοίος αν προσέχεις την ανακύκλωση σου, αν αφήνεις τους πεζούς να περάσουν όταν οδηγείς, αν αφήνεις τους οδηγούς να στρίψουν σε ένα στενό, αν δεν κάνεις σαν υστερικός επειδή ο μπροστά δεν ξεκίνησε στο δευτερόλεπτο που άλλαξε το φανάρι.

Δεν είναι ντροπή να φοράς τα περσινά σου ρούχα, να μην είσαι διαρκώς στην μόδα, να μην κάνεις ακριβές διακοπές. Δεν είναι ντροπή να ομολογήσεις πως υπάρχουν σαφώς προβλήματα σ’ αυτό το τόπο. Δεν είναι ντροπή, και δεν είσαι ούφο, αν πας να καθαρίσεις μια παραλία μια Κυριακή, αν πας να φυτέψεις δέντρα, αν δώσεις λίγο από τον ελεύθερο χρόνο σου να κάνεις κάτι για τον συνάνθρωπο σου. Να κάνεις μια παρατήρηση σε κάποιον που σου φωνάζει δίχως λόγο. Για όλη αυτή τη φασαρία της πόλης αυτής, την οποία δεν αντέχω άλλο απλά.

Δεν αντέχω να είναι μεσημέρι καθημερινής και να είναι τίγκα οι καφετέριες με τριαντάρηδες που σαπίζουν με φραπέ και τσιγάρα, μεσημεριάτικα, για ένα όνειρο της ρέκλας. Και της πάρτης. Ο καθένας για την πάρτη του έτσι έτσι. Και μη ξεχάσεις να πετάξεις τη γόπα σου στο δάπεδο. Ή καλύτερα σε ένα δάσος. Καταπράσινο να το ισοπεδώσεις και αυτό.

Κουράστηκα. Να μην καταλαβαίνουν, έστω οι περισσότεροι, πως αυτή η απεργία είναι ότι καλύτερο συνέβη το τελευταίο χρόνο τουλάχιστο όσο είμαι εδώ. Και μιλώ για τη βενζίνη των πολιτών. Γιατί όσο αφορά τις μεταφορές πρώτων υλών, αν έχουν κρατήσει βενζίνη για εμένα την ασήμαντη. Μη με γελάς πως δεν κράτησαν και για εκείνους. Ανόητα ΜΜΕ, εγκληματίες, αλήθεια, με αυτή τη προπαγάντα την συνεχόμενη τρομοκρατία.

Καθώς την ίδια στιγμή που αναμένεις στην ουρά με το μπιντόν, στην Κίνα, «οι νεκροί ξεπέρασαν τους 12,000." Δώδεκα χιλιάδες νεκροί. Ποιος τη χέζει τη βενζίνη για το ντεπόζιτο μου; Θα πάρω το μετρό. Θα πάρω το ποδήλατο. Θα συναντηθώ με φίλους θα ταξιδέψουμε μαζί. Θα αλληλο-εξυπηρετηθούμε.

Θέλω να φύγω.
Δεν ξέρω τι με κρατάει εδώ.

Απόψε. Ακόμα ούτε και εσύ.

http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathremote_1_13/05/2008_232412

Edith Piaf - La Foule

Δεν θα σου το τραγουδήσω.

Εγώ.

Sunday, May 11, 2008

Agrypnia - Thanassis Papakonstantinou

Από τα Ιωάννινα. Στο Δαφνί. Από το Δαφνί.

Στο τελευταίο ταξίδι σου.

Από εκεί. Στο βράδυ της Κυριακής.

Θα χαρείς να μάθεις πως δεν φίλησα το χέρι το ιερέα. Έκανα εδώ κι εκεί τον σταυρό μου δεν κατάλαβα καλά κι εγώ δεν σκέφτηκα μηχανικά παρασύρθηκα με το πλήθος. Η λειτουργία, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Δεν θα σου άρεσε νομίζω καθόλου. Θα τους είχες βρίσει και καλά θα είχες κάνει. Εγώ δεν ξέρω, λύγισα με όλο αυτό το κλίμα. Δεν σε πρόλαβα κιόλας. Κι εσύ αναρωτιόσουν άκουσα γιατί χάθηκα. Είμαι μεγάλος μαλάκας πρέπει να στο είχα πει.

Τα παιδιά σου ήταν εκεί. Πρέπει να είσαι πολύ περήφανος. Άντρας σωστός ο γιος σου, περίμενε να τελειώσει αυτή η τελετουργία των επιζώντων στο προαύλιο της εκκλησίας. Έβρεχε κιόλας, και γέμισαν οι γόβες οι μαύρες με λάσπες. Ήμασταν τυχεροί και νιώσαμε λίγη ανακούφιση στην αίσθηση αυτή.
Περίμενα κι εγώ, και για μια στιγμή, ενώσαμε το βλέμμα μας στο κοιμητήριο. Αναπαύονται άραγε οι ψυχές;

Κάποια στιγμή Θα σε βρω μπαγάσα. Και θα καθίσουμε ξανά στο ίδιο τραπέζι. Τις ιστορίες σου από το ναυτικό να με κερνάς. Σε λιμάνια μακρινά, και σε περασμένες εποχές να με ξαναπάς.

Έως τότε. Θα περιμένω εδώ.

Καλό ταξίδι.

Tuesday, May 06, 2008

Alanis Morissette - Hand In My Pocket

Σιγά μη δεν ανέβαζα.

Για να θυμάμαι. Τις παλιές. Καλές;

Καλές!!!!!!!!!!! Εποχές!!!!!!!!!!!!!!

Σιγά μην Κλάψω - Αγγελάκας και Οι Επισκέπτες

Και αν τα έβαζα στο πλάι. Θα έπαιζαν σαν μια λίστα ας πούμε;

Περνάω το στερητικό μου. Πρώτα λες, αυτός τα φταιει. Μετά λες, εμείς τα φταίξαμε. Τελικά λες, εγώ τα φταιω.

Δεν είμαι κομμένη και ραμμένη. Για τέτοια.

Και ούτε θυμάμαι πού έκρυψα: την υπομονή - την ανοχή - τα συναισθήματα - τα διλήματα - το πάθος.

Λάθος.

Monday, May 05, 2008

Tindersticks - No More Affairs

Τελευταίο.

freedom

Αφιερωμένο.

Saturday, May 03, 2008

radiohead - pyramid song - Der Himmel uber Berlin

Υπάρχουν όμως οι Άγγελοι.

Έφυγα.

Wish You Were Here

Πρώτο: Το Σάββατο ξυπνάμε κατά τις έντεκα.

Δεύτερο: Κατά προτίμηση βλέπουμε καρτούν στο κρεββάτι με κρουασάν, σοκολάτα, και γάλατα (μου αρέσει το γάλα).

Τρίτο: Μικροί οι μεγάλοι: Οι πρίγκιπες υπάρχουν μονάχα στα παραμύθια.

Δεν απαντώ πάντα. Τα διαβάζω όμως. Πάντα.

Thursday, May 01, 2008

Πρώτη του Μάη. 2008.


Σου γράφω και είμαστε εννέα λεπτά πριν τις δώδεκα.

Προλαβαίνω δεν προλαβαίνω να σου πω για την πρώτη του Μάη, του 2008. Άκουσα, διάβασα, γνωρίζω, πως πέρασαν σαράντα χρόνια από την θρυλική εκείνη του ‘68. Παρίσι. Εγώ όμως σκέφτομαι το σήμερα πλέον. Εσύ μου λες πως πρέπει να γνωρίζουμε καλά το παρελθόν μας, και τα σχετικά, εγώ όμως αδιαφορώ και αγναντεύω σαν χαζή το κενό. Επειδή ορισμένες στιγμές γουστάρω την πνευματική διαμαρτυρία μου. Είναι η προσωπική μου (α)κινητοποίηση...

Και πράγματι. Το μόνο που σκεφτόμουν σήμερα, ήταν να την βγάλω κάπου με φως, με θάλασσα, και με καλή παρέα. Δεν με απασχολεί, η κινητοποίηση της ΓΣΕΕ, πως λέγεται. Των αντιπροσώπων κομμάτων που εμφανίζονται μονάχα και καλά τάχαμου τάχατε. Που ξέρω πως εντάξει, στις έντεκα συγκέντρωση στο Πεδίο του Άρεως, και στις μία στη ταβέρνα. Κυνική και εγωίστρια. Γουστάρω. Μα τον Χριστό.

Πιάσε τον Μάη.

Αυτές τις μέρες στην Αθήνα βρίσκεται ένας φίλος και συνεργάτης, από το Παρίσι. Και μιας και δεν μας έκατσε το ταξίδι στην Αμοργό, στο οποίο νησί γεμάτος περηφάνια, από αυτή τη μοναδικά γαλλική, την –σχεδόν – σοβενιστική, μου λεει πως εκεί γυρίστηκε το «Απέραντο Γαλάζιο», Le Grand Bleu, το οποίο είδε ουκ ολίγες φορές. Και εγώ του τάζω, πως την επόμενη φορά, θα πάμε σίγουρα κάπου σε ένα νησί από εκείνα όπως στο Απέραντο Γαλάζιο...σε αυτή την απέραντα κατά εκείνον γαλάζια χώρα μας.

Είμαι μια ευτυχής ξεναγός. Και καθώς του εξηγώ τα λίγα που γνωρίζω με ακρίβεια για την πρωτεύουσα μας, τον ευχαριστώ εν μέρη, που στάθηκε αφορμή. Να πιάσω τον Μάη. Και να ξεφύγω από την παρούσα κατάσταση μου, την κάπως βροχερή και μίζερη. Που κανονικά θα ήταν αντικείμενο ψυχοθεραπείας. Αλλά πού να τα βρω τα εκατό ευρω την επίσκεψη, και επιπλέον. Αν δεν γιατρεύουν την σχιζοφρένεια. Σε μένα τι να κάνουν;

Άσχετο λοιπόν.

Περπατάμε κάπου στο Θησείο. Και σταματάει εκείνος σε ένα θερινό σινεμά. Που δεν άνοιξε ακόμη. Και γεμάτος χαρά μου λεει πως είναι άκρως χαριτωμένο, το θερινό σινεμά αυτό «Θησείο» που έχει κόκκινες καρέκλες και είναι έτσι κάτω από τον ανοιχτό ουρανό. Στο Παρίσι μου λεει δεν υπάρχει αυτό. Καλά κι εμείς δεν έχουμε κοινά ποδήλατα ας πούμε, αλλά λέμε τώρα. Το φωτογραφίζει. Κι εγώ γεμάτη περηφάνια, την μοναδικά ελληνική, την –σχεδόν – σοβενιστική, που γνωρίζω επιτέλους κάτι κι εγώ με ακρίβεια, του εξηγώ για τον Καζαντάκη. Για την Μερκούρη και τον Ντασέν. Και κοιτάμε μαζί το πρόγραμμα, και δυστυχώς. Η έναρξη γράφει η αφίσα, είναι στις 8 Μαίου. Και εκείνος επιστρέφει νωρίτερα. Του εξηγώ τα λίγα που γνωρίζω για το έργο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», και σκέφτομαι η ίδια να το δω. Στην έναρξη πιθανά, μόνη. Έτσι στα πλαίσια της τελετουργίας χωρισμού. Από πεταλούδα σε κάμπια, από την κοινή πορεία: στην μοναχική ανεξαρτησία. Και τα λοιπά, και τα λοιπά.

Για το έργο. Όχι θα πας εδώ:

http://sevenfilmgallery.blogspot.com/2008_03_01_archive.html

Σου γράφω, κι επειδή ως γνωστό, δεν ξέρω ούτε πως να κατεβάσω τραγούδια, ούτε πως να τα καταχωρήσω, ούτε τον χρόνο βρίσκω να το κάνω, ούτε ξέρω πως να τα σώσω, ούτε εκτυπωτή έχω για εξώφυλλα. Έτσι λοιπόν, έβαλα κλασσικά Κοέν στον υπολογιστή, επειδή φαντάσου, βαριέμαι να πάω μισό μέτρο πιο πέρα και να ανοίξω ραδιόφωνο, κόκκινη πως είμαι, πιασμένη από τον Μάη, και. Δεν έχει και, είναι όπως όταν παίρνεις φόρα να τρέξεις, και στην έναρξη σκέφτεσαι: Μα αφού δεν βιάζομαι.

Κάτι άλλο ήθελα πάλι να γράψω.

Το είχα σαν σε στυλ πήγα στον ψυχολόγο μου και να πω τα διάφορα μου. Είναι μια δική μου υπόθεση πως το να πας στον ψυχολόγο και να κρατάς μπλογκ είναι περίπου το ίδιο αποτελεσματικό. Ειδικά αν σκεφτείς πως είναι κάτι το μπλογκ σαν ομαδική ψυχανάλυση, απλώς δεν υπάρχει κάποιος συντονιστής ας πούμε. Γιατί εντάξει μπορεί και να μην χρειάζεται ένας τέτοιος...δεν ξέρω έτσι αυθόρμητα λεω.

Αύριο δουλεύω. Καλά δεν νυστάζω. Είναι δώδεκα και τέταρτο. Ενώ γυρνάνε στο μυαλό μου εκατό γαματες σκέψεις, διατυπώνω γενικές ασυναρτησίες, και με συγχωρείς, γιατί ξέρω πόσο αδυναμία μου έχεις. Κατά βάθος.

Πάσχεις από την ίδια.

Κλείνοντας: Γουστάρω πόσο να φοράς ένα παλιό τζην που κρέμεται κάπως πάνω σου, ξυπόλυτος, να γράφεις, λευκός, να γλιστράω πίσω σου, και να μην σηκώνεσαι. Τα δάχτυλα στα σγουρά μαλλιά σου, το δάγκωμα μου, απαλό στις άκρες των αυτιών σου. Οι γεύση σου πάντα αλμυρή, απέραντη, σαν την θάλασσα.
Γουστάρω πως θα κάνει σε λίγο ζέστη, και θα στάζουν αυτές οι σταγονίτσες στα ποτήρια μας σαν τον ιδρώτα μας. Θα μας βρίσκουν τα μεσημέρια μας, σαββατοκύριακα, με αυτά τα παλιά, αγαπημένα, σκισμένα, τζην μας, ακίνητοι στον χρόνο, αδιαπέραστοι. Θα μας πιάνει το φως. Και θα γελάμε δυνατά, κι ας ακουω συνέχεια Κοέν. Εσύ μονάχα ξέρεις, πόσο πολύ αγαπώ το γέλιο, και τον έρωτα σου.

Δε γαμιέται.

Κάποια στιγμή θα με ανακαλύψεις. Και θα καταλάβεις. Πως τόσο καιρό.

Σε περιμένω.

Υ.Γ. Σκέφτηκα σήμερα κατά τις έντεκα γυρίζοντας. Καθώς πάρκαρα το αυτοκίνητο εκεί κοντά στο παλιό σπίτι κοντά στο δικό μου. Πως καλό θα ήταν να γράφω και για κανένα έξυπνο θέμα, όπως ας πούμε έλεγα στον φίλο Γάλλο. Να γράψει για το σύστημα που έχουν στο Παρίσι εδώ και ένα χρόνο, όπου είναι η μοναδική πόλη στο κόσμο, όπου υπάρχει ένα σύστημα κοινής χρήσης ποδηλάτων στην πόλη. Και μου το εξήγησε με την ίδια ακρίβεια, που μου εξήγησε για την φωτογραφική και τις ρυθμίσεις. Κι εγώ φωτογράφισα ένα καντήλι που είχαν στο τραπέζι στον «Αθηναίων Πολιτεία» που μας πήγαν δυο παγωτά είκοσι ευρώ χαλάλι για την θέα, αν κι εγώ του είπα να πάρουμε δυο ξυλάκια να τα φαμε παρακάτω (πότε έγινα τόσο τσιγκούνα; Πότε έφτασε τόσο το κινητό;).

Έλεγα. Να γράφουμε κάτι σοβαρό. Να μαθαίνει ο κόσμος. Να λεει να σήμερα έμαθα για τα ποδήλατα στο Παρίσι. Να σήμερα έμαθα για την σχιζοφρένεια. Να σήμερα έμαθα για την Αλεξανδρούπολη. Και όχι μόνο ασυναρτησίες.

Αλλά το μόνο που μου έρχεται κλείνοντας το υστερόγραφο.

Είναι πως όταν μου στείλει την φωτογραφία με το ραγισμένο καντήλι που φώτιζε σαν άστρο το τραπέζι μας.

Πρέπει να σου την δείξω οπωσδήποτε.

Καλό μήνα. Με αγάπη.

Αλήθεια.


Α και ένα τραγούδι έτσι για την ambience: Your Naked Body - Leonard Cohen.

Και πριν τους τίτλους (στους τίτλους είναι το καλύτερο της ταινίας καθώς παίζει το τραγούδι που διάλεξαν να δέσει το έργο) η φωτογραφία είναι από την ταινία "Sex and Lucia" του Julio Medem, η οποία αν και πολύ προχώ. για μένα. Παρουσιάζει κατά την γνώμη μου ακριβώς αυτό που παθαίνει κανείς, όταν αυτό που τον παθιάζει. Τον καταναλώνει. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, αν είναι αυτό το σεξ. Ή αν είναι αυτό η συγγραφή έργων.

Patrick Bruel - Place Des Grands Hommes

Je m'ennuie de toi.

Tout simplement.

Sunday, April 27, 2008

Singing in the Rain

Όταν κολλάς όμως.

Κολλάς.

pasha


Κυριακή του Πάσχα και ζάχαρη αχνή στο μπλε σορτσάκι μου.

Κρυώνω όχι επειδή. Απλά δεν κατάφερα να βγάλω το ποδήλατο ως.

Την Ρεματιά.

Είναι τρις και κάτι το πρωί. Βρίσκομαι και πάλι στο αεροδρόμιο. Σε μια πτήση της KLM. Η αναχώρηση ανακοινώνεται στην πύλη 28. Νομίζω αν θυμάμαι καλά πως πρέπει να ήταν η 28. Δεξιά μετά τον έλεγχο. Κοντεύει τέσσερις. Κρυώνω. Δίπλα μου ένας τύπος διαβάζει ένα άρθρο κάτι αρχαιολογικό από το Science. Ο κοινός προορισμός μας:

Το Άμστερνταμ.

Σκέφτομαι πως είναι φοιτητής. Μεταπτυχιακός. Ίσως και στο διδακτορικό. Δεν είμαι και βέβαιη. Δεν νυστάζω πια. Απλώς. Κρυώνω.

Καταφθάνει το πλήρωμα. Είναι όλοι στα μπλε. Σαν το μπουρνούζι που διάλεξα με την Βενετία. Εκείνο για το κολυμβητήριο. Και είναι όλοι χαμογελαστοί. Σκέφτομαι θα ήπιαν τον καφέ τους. Και θα έφαγαν τα δημητριακά τους. Πιθανά να έκαναν και την πρωινή γυμναστική τους. Θα έβγαλαν περίπατο και τα μικρόσωμα σκυλάκια τους. Διαφορετικά πως;

Χριστός Ανέστη είπαμε; Αληθώς...

Παράθυρο. Αναρωτιέμαι πως εγώ. Που μισώ θανάσιμα τα αεροπλάνα. Βρέθηκα να τα επισκέπτομαι κατά εβδομαδιαία βάση; Είναι μου απαντά το τίμημα της επιλογής σου. Δεν το σχολιάζω. Απογειωνόμαστε. Και εγώ νομίζω πως σε αυτό το σημείο.

Αποκοιμάμαι.

Άμστερνταμ. Διάφοροι κρατάνε κάτι καρτέλες με ονόματα. Ψάχνω το δικό μου. Μάταια. Πλησιάζει οκτώ. Το ραντεβού μας είναι στις εννέα. Και ΟΚ. Ένα χυμό. Και ένα ταξί.

Η συνάντηση μας προχωρά ΟΚ. Δεν είχα το σωστό πρόγραμμα. Δεν είχε τις σωστές εκτυπώσεις. Δεν ήθελα να πιω καφέ. Δεν ήθελε να μου προσφέρει τσάι. Δεν γελάσαμε. Δεν ήθελα να κατέβω για γλυκό. Πρόλαβε να μου δώσει τον δίσκο. Πρόλαβα να καλέσω ένα ταξί.

Πήρα ένα μπλε ποδήλατο. Και με αυτό. Γύρισα τα στενά δρομάκια, ανάμεσα στα πανέμορφα σπίτια και στα κανάλια, του Λαίντεν. Μια παλιά Πανεπιστημιούπολη, όπου οι κραιπάλες γίνονται σε βάρκες σε κανάλια μαγεμένα. Όπου οι ποδηλάτες έχουν προτεραιότητα στα λεωφορεία και τα αυτοκίνητα: Σχεδόν ανύπαρκτα. Ένας μικρός, αστικός, Παράδεισος. Σκέφτομαι πόσο καλά θα ήταν. Να έφτιαχνες κάτι τέτοιο στο Χαλάνδρι. Στην Αθήνα μας.

Ένα τρένο. Με προορισμό επόμενο:

Τις Βρυξέλες. Σε αυτό το σημείο. Νομίζω πως πλέον σέρνομαι. Του τηλεφωνώ. Είναι με ένα πελάτη και μου γελάει. Εγώ γκρινιάζω. Στα Ελληνικά. Αυτός είναι δεν είναι εξήντα κάτι. Μου θυμίζει τον Άγιο Βασίλη όπως τον είδα τελευταία σε μια διαφήμιση της Κόκα Κόλα. Εκείνος συστήνεται. Με διαψεύδει. Εργάζεται στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης.

Περιμένουμε μαζί το τρένο.

Το οποίο καθυστερεί.

Το οποίο μου εξηγεί κάνει δυο ώρες να φτάσει στις Βρυξέλλες.

Επιβιβαζόμαστε. Κρατάει τις αποσκευές μου. Κάθομαι. Κρατάω το παλτό του. Βαρύ. Αντρικό. Μυρίζει την μοναξιά. Κι εκείνος όμως δείχνει να είναι τόσο επιφανειακά. Ευτυχής.

Το παιδί της το κρατά στην αγκαλιά της. Τα μάτια της είναι κόκκινα. Είναι από κάποια χώρα της Ανατολής. Σκέφτομαι. Την Γεωργία. Δεν είμαι δα και σίγουρη. Μιλάει Γαλλικά με Αραβική προφορά. Σκέφτομαι την Αλγερία. Δεν είμαι δα και σίγουρη. Ο μικρός βήχει. Βγάζει ένα ροζ σιρόπι από τη τσέπη του παλτού της. Το παιδί γλιστράει από την αγκαλιά της. Είναι κουρασμένη. Όσο εγώ. Εκείνη από κάποια πιθανά δύσκολη εργασία. Δεν μπορώ να φανταστώ πως περνάει τις μέρες της. Έξω από το παράθυρο κοιτώ καθώς περνάμε από μια άσχημη γειτονιά. Στις βιτρίνες. Γυναίκες προς ενοικίαση. Κόκκινα φώτα. Τα είχα ακουστά. Κοιταζόμαστε με την συνεπιβάτισσα. Ο μικρός κλαιει. Δεν του αρέσει το ροζ σιρόπι που του δίνει η μητέρα του με το ζόρι.

Μπερδεύομαι στην στάση.

Και πάλι. Βρίσκομαι σε ένα από αυτά τα μεγάλα ταξί.

Με δυσκολία. Χαιρετίζω την κοπέλα στην ρεσεψιόν.

Μου δίνει μια πλαστική κάρτα.

Μου δείχνει την αίθουσα όπου σερβίρεται το φαγητό. Θέλω απλά να πλυθώ. Να κοιμηθώ.

Φτάνω στο δωμάτιο μου.
Είναι όλα διπλωμένα και τακτοποιημένα.

Ανοίγω τις κουρτίνες. Ένα αεροδρόμιο ξανά. Εκείνο των Βρυξελλών.

Δεν σε βρήκα. Δεν σε έχασα. Μα μου λείπεις.

Κυριακή του Πάσχα.

Το γράφει στο Ευαγγέλιο πως την Κυριακή του Πάσχα πρέπει να την βγάλουμε γύρω από κάποιο ζώο που καπνίζει τον θάνατο του; Ήθελα απλά.
Να μείνω για λίγο εδώ.

Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση.

Για όλες τις προσκλήσεις.
Εύχομαι σε όλους. Την Ευτυχία όπως ορίζεται αυτή από τον καθένα. Ξεχωριστά.
Ευχαριστώ τον Θεό.
Που θυσίασε τον Μοναχογιό του.
Για να τον κερδίσει ξανά.
Για όλα όσα μου χαρίζει: Το φως: Τις λαμπάδες που στάζουν στα δάχτυλα σου λευκό κερί. Καθώς μου μιλάς για τις αρχαίες τελετές. Εγώ σου μιλώ για τις γυναίκες που περνάνε μια μέρα στο κομμωτήριο για πέντε λεπτά δημοσιότητας στην Ανάσταση. Ψιλοβρέχει. Καλά που δεν πήγα κι εγώ στο κομμωτήριο.

Γελάς;

Δεν θυμάμαι τι ήθελα ακριβώς να γράψω.

Άρχισα ψάχνοντας το κλειδί για την αποθήκη.

Να καταφέρω να βγάλω το ποδήλατο ως. Την Ρεματιά.

Κι ας μην είναι το Λάιντεν εδώ.

Ακόμα.

Καλό Πάσχα. Σε όλους.

Και στον καθένα. Ξεχωριστά.
(η φωτογραφία είναι από το www.trekearth.com)

Ftina Tsigara - Radiofono ...

Κυριακή του Πάσχα.

Tuesday, April 15, 2008

Yo-Yo Ma plays the prelude from Bach´s Cello Suite No. 1

ΟΚ.

Καμιά φορά θέλεις τόσο να ερωτευτείς.
Που γνωρίζεις.
Κάποιον.
Και τον βλέπεις.
Σαν αυτόν.
Που χρόνια.
Περιμένεις.
Μετά από λίγο όμως.
Ξανά γίνεται και αυτός.
Αληθινός.
Απογοητεύεσαι.
Λυπάσαι.
Δέχεσαι.
Την απόλυτη.
Μοναξιά σου.

Υ.Γ. Αυτές τις μέρες θα με βρεις σε κάποια πτήση. Κανονικά θα σου έλεγα, πάλι καλά που υπάρχει και η δουλειά. Τώρα όμως. Θα σου πω. Πως θα ήθελα τόσο να πάρω το τρένο.

Και να χαθώ σε ένα χάρτη.

Sunday, April 13, 2008

CATASTROPHY.

Καλησπέρα.

Κυριακής μεσημέρι. Ένα κόκκινο σύννεφο. Παραδοσιακές διασκευές ηχούν στον χώρο μου. Θέλω να σου γράψω. Αλλά δεν προφταίνω. Δυστηχώς κινούμαι στα πλαίσια του χειρότερου εχθρού μου.

Του χρόνου. Λάθος. Του εαυτού μου.

Παραθέτω ένα πολύ σωστό μήνυμα. Γνωρίζεις. Είπα να σου το θυμίσω.

Γιατί σε καθένα από εμάς, θα υπάρξει ο πιο συμαντικός ρόλος της ζωής μας.

http://www.voiceyourself.com/03_thoughtsfromwithin/03_movie.php

Friday, March 28, 2008

Το Μπουρνούζι - Το θέατρο - Και το Κέμπεκ

Είναι μία παρά τέταρτο. Νύχτα ξέρεις. Προς της Παρασκευής το ξημέρωμα. Δουλεύω αύριο ναι. Και μην σοκάρεσαι. Θέλω να γράψω και το κάνω. Θέλω να διαβάσω. Και δεν το προλαβαίνω. Αλλά σκέφτομαι. Πως ρε γαμώτο. Κι ας σηκώνομαι στις επτά. Κι ας έχω εκείνο το ραντεβού στην αντιπροσωπεία στις οκτώ. Κι ας μην έχω σιδερώσει το κατάλληλο σύνολο για το γραφείο της Παρασκευής. Κι ας μην πρόλαβα να μαγειρέψω. Κι ας γέμισε η πόρτα του ψυγείου με απλήρωτους λογαριασμούς και προθεσμίες. Ευάγγελος να τον ευχηθώ να θυμηθώ.

Σώθηκε και το νερό στο τσάι. Πως τα κατάφερα;

Jacques Brel – Ne me quittes pas. Ελάχιστο τσάι βουνού στην πράσινη Κινέζικη κούπα μου. Εγώ, το τζην. Τα πιάτα. Το τασάκι της Β. Το πιάτο της Α. Ο καμία κλήση στο κινητό μου. Ένα μήνυμα αν έστειλα ρωτάει εκείνο το γράμμα. Καλά ε;

Θέατρο. Γυρνάω από το θέατρο. Και θέλω να σου γράψω πολύ για το έργο αυτό και είναι ο λόγος που βρίσκομαι εδώ. Γιατί ενθουσιάστηκα ξέρεις, σαν μικρή, μικρή. Θα σου πω στο περίπου γιατί είναι και αργά, όπως και να έχει. Έχασα, συμπάθα με, την ηρεμία να γράφω σε όλες τις στιγμές, καλά κείμενα. Καθαρά.

Το μπουρνούζι το διάλεξα κάτι σαν μπλε. Για το κολυμβητήριο ξέρεις. Το δίπλωσα, το τακτοποίησα στην πλαστική σακούλα. Και το άφησα στο δωμάτιο. Η Κ. λεει δίχως σκέψη, μα καμία σκέψη, πως καλύτερα να διαλέξω το blue-black. Μέχρι στιγμής το λένε τρις. Εγώ όμως. Θα αντέξω το κρύο νερό; Αυτό είναι που θέλω να κάνω. Να πειθαρχηθώ. Αρχίζοντας από το κρύο νερό. Με οπαδό το μπουρνούζι. Κάτι σαν άψυχος προπονητής.

Το θέατρο βρίσκεται στην Στοά του βιβλίου. Με το γούρι μας, το μπλε, βρήκαμε να παρκάρουμε και κοντά. Αν και όπως ξέρεις προτιμώ την συγκοινωνία. Αλλά σήμερα, στις καταχρήσεις, είπαμε. Το θέατρο τέχνης Κάρολος Κουν. Σου δίνω και μια διεύθυνση. Έτσι μήπως και σκεφτείς να πας.

http://www.theatro-technis.gr/

Μια ιδέα της Α. Που έχει καλώς διαβάζει και το Αθηνόραμα. Εγώ επιμένω στις ειδήσεις μονάχα, και αυτό τις Κυριακές. Παρασύρθηκα τόσο με το Θιβέτ και το ασφαλιστικό (σε αυτή τη σειρά) που δεν έπιασα τις τέχνες. Εδώ και ‘βδομάδες. Πρωτάρα στο θέατρο;

Πρέπει να είναι το τρίτο μου. Αλλά επί της ουσίας το πρώτο μου. Γιατί.

Τέσσερις ηθοποιοί. Τον έναν μάλιστα τον έχω δει σε ένα έργο. Δεν ξέρω, θυμάμαι δοκίμαζε συνταγές πολλές. Πρέπει να το είδα με τον Κ. Πριν έρθουμε στην Ελλάδα. Στο σπίτι του, όταν τις κατέβαζε από το διαδίκτυο δεν θυμάμαι που τις έβρισκε. Και ήταν τότε σαν μικροί θησαυροί αυτές οι Ελληνικές ταινίες. Και αυτή ήταν καλή. Αυτός ήταν καλός. Καραμίχος μου λένε τα κορίτσια. Πρέπει να είναι κάτι σαν ο ήρωας της υπόθεσης. Ο κύριος πρωταγωνιστής, ο ζαν πρεμιέ που θα έλεγε κανείς. Αν και για μένα. Ζαν πρεμιέ είναι πάντοτε ο ανερχόμενος. Και στην προκειμένη είμαι μεταξύ Λαγούτη (Carlos) και Σαπουντζή. Όχι πως η Παπαδοπούλου (Mercedes) δεν ήταν θεαματική. Αλλά νομίζω πως ο Λαγούτης κυρίως. Μπορεί και με τις σωστές κινήσεις. Να σου πει. Πολλά. Ο καθένας από τους τέσσερις τους δηλαδή. Ο καθένας με τον ξεχωριστό τρόπο του, εξίσου αξιόλογο όμως.

Καθόμαστε. Πρώτες θέσεις. Δεν σου λεω πως μας ‘κατσαν οι πρώτες θέσεις γιατί θα μου πεις στο ψητό ΆNνα στο ψητό. Τρις θέσεις. Στην άκρη. Εγώ είχα κάπως την κολώνα. Αλλά. Στην έξοδο τον ηθοποιών το τρέμουλο που έκανε το ξύλινο δάπεδο καθώς τον θρίαμβο τους με βήματα αεράτα περνούσαν. Το ένοιωσα. Και άξιζε την κολώνα. Έτσι κι αλλιώς δεν έκοβε δα την σκηνή. Υπερβολές.

Αρχίζει ο Καραμίχος (Fernando?). Που δεν θυμάμαι το έργο που έκανε τον μάγειρα και μου την έχει δώσει έτσι; Πως είναι σήμερα η παγκόσμια ημέρα του θεάτρου. Και διαβάζει ένα κείμενο του Robert Lepage. Ο εν λόγω, είναι γνωστός σκηνοθέτης, συγγραφέας, από το Κεμπέκ. Έμαθα, διάβασα, και μπορεί και να έπαιξα στο γυμνάσιο έργα του. Πολύ γνωστός. Και κυρίως θα έλεγα. Μελαγχολικός. Μια σκοτεινή φυσιογνωμία. Παραθέτω λοιπόν και για εκείνον λινκ. Λεω μήπως θέλεις να διαβάσεις.

http://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Lepage

Το ψητό.

Το κοινό σωπαίνει δειλά καθώς ο Καραμίχος διαβάζει ένα κείμενο του Lepage για το θέατρο. Για την ημέρα την παγκόσμια. Μια μέρα για το κάθε τι έτσι;

Κάνει ζέστη. Αλλά εγώ νοιώθω καλά. Εξάλλου έχω και το μπλε μπουρνούζι έτσι. Για την προπόνηση το οποίο δεν αποφάσισα ακόμα αν θα το αλλάξω με το blue-black.

Τέσσερις ηθοποιοί. Τους άλλους δεν τους γνωρίζω. Αλλά δεν έχω δει και πολύ Ελληνική τηλεόραση στη ζωή μου. Και στο θέατρο. Πρωτάρα. Μου λένε πως είναι όλοι τους γνωστοί. Παίζουν καλά. Τους υποψήφιους για μια θέση στελέχους σε μια πολυεθνική εταιρεία. Και είναι το σκηνικό λιτό. Και είναι πολύ κοντά σου οι ηθοποιοί. Και είναι λες και είσαι στη σκηνή μαζί τους ένα πράγμα. Τα βήματα τους σου λεω, τα νοιώθεις στα δικά σου πόδια, που κρατάς σταυρωμένα στα χαμηλά καθίσματα. Και κάνει ζέστη ναι. Αλλά είσαι καλά.

Το θέμα είναι επίκαιρο. Το κοινό νέο πολύ. Και χαίρομαι ιδιαίτερα. Σκέφτομαι πως είναι φοιτητές δραματικής. Και χαίρομαι ιδιαίτερα. Ίσως εμείς να είμαστε τα μοναδικά στελέχη μιας πολυεθνικής στην αίθουσα. Ας την λέμε πολυεθνική. Θα μπορούσαμε να την πούμε κάτι άλλο. Αλλά λόγω ανωνυμίας, και ταύτισης πραγματικής με το όλο έργο. Και είμαστε με τα πόδια μας σταυρωμένα. Εγώ άνετη. Η Α. Μου χαρίζει εδώ κι εκεί γελάκια. Την Β. Δεν την φτάνω να την δω. Είναι σε απόσταση ανάσας οι ηθοποιοί. Και κοιτούν. Μια το φως.

Μια τα πρόσωπα μας. Άραγε διακρίνουν και τις δικές μας εκφράσεις όσο εμείς τις δικές τους;

Επιμένω σε κάποιες χαρακτηριστικές για μένα στιγμές.

Η σκηνή όπου ο Fernando αποκαλεί όλους τους ψυχολόγους άχρηστους, ή βλαμμένους, δεν θυμάμαι, κάτι σε αυτές τις γραμμές. Πιστεύω λεει πολλά για την συνέχεια. Η σκηνή όταν κτυπά το κινητό της Mercedes και ακολουθεί ένα διάλογος περί εύθηνης. Πιστεύω πως ακόμη και αυτός μιλάει πολύ για όσα ακολουθούν.

Το γεγονός πως στους τέσσερις η μια είναι γυναίκα. Η οποία σε αφήνει κατά την διάρκεια του έργου να πιστέψεις πως είναι ευαίσθητη, συναισθηματική. Πως ακόμα και αυτός ο χαρακτήρας της, σε αντίθεση με την σκληρότητα, και τον ανδρισμό, που αφήνει να υπονοηθεί ο ήρωας που παριστάνει ο Fernando αν θυμάμαι σωστά το όνομα του. Δείχνει πολλά για την συνέχεια του έργου. Όλα δηλαδή, σχεδόν όλα, δένουν εκπληκτικά στο τέλος, και πιστεύω πως αν δώσεις σημασία στις λεπτομέρειες αυτές κατά την διάρκεια του έργου. Θα πιάσεις πολύ καλύτερα το μήνυμα του. Το οποίο περνάνε άψογα τα παιδιά.

Άποψη μου έτσι. Δίχως κυνικές αηδίες κρητικών. Εγώ πέρασα φίνα. Πως να σου το πω. Φεύγοντας, σκέφτηκα πως όλος αυτός ο μύθος που πλάθουμε γύρω από τους ηθοποιούς δεν είναι παρά μάσκες. Δηλαδή, εκείνοι, είναι μικροί, δίχως τον θεατή. Την ανταπόκριση του έργου. Στον θεατή έτσι. Είναι όπως εμείς. Τρία στελέχη μιας πολυεθνικής. Παράγουμε και οι δυο διαφορετικές μορφές τέχνης. Είναι μεγάλη συζήτηση αυτή. Ίσως και να τους χαίρομαι πολύ που σκέφτομαι πως. Ζούνε μια ελευθερία. Την οποία θα ήθελα - ίσως - να ζω η ίδια. Βεβαίως. Ξέρω πως εγώ δεν καταλήγω κρατώντας την αποτυχία και τα δάκρυα μου στις παλάμες μου. Ξέρω πως επιλέγω την ζωή μου διαφορετικά.

Περνάω σε ένα παρασκήνιο. Το φως είναι ακόμη ζεστό. Κίτρινο σχεδόν, και όχι λευκό. Νομίζω πως βλέπω ανθοδέσμες, ή θα ήθελα μάλλον να τις βλέπω. Ένας από τους ηθοποιούς βιάζεται να φύγει. Είναι οδηγός μιας μηχανής. Όπως τόσοι που περνάνε δίπλα μου καθημερινά. Και τον συγχαίρω. Είναι μια φυσιογνωμία που δεν νομίζω να λειτουργεί δίχως την μάσκα του ρόλου. Κι εγώ στον ρόλο τον δικό μου, προσπαθώ να κάνω μια επαφή. Αλλά επί της ουσίας. Είναι η περιέργεια του παρασκηνίου. Όπως τρύπωσαν κι εκείνοι απόψε. Στα δικά μας καμαρίνια της μεγάλης εταιρείας που περνάει ένα μελλοντικό στέλεχος από συνέντευξη.

Στη τελική. Όλοι ρόλους υποδυόμαστε.

Πάντως. Αν μπορώ να πω πως έλειψε κάτι από όλο αυτό. Ήταν η μουσική.

Νομίζω πως για να αντέξεις. Στις συνεντεύξεις. Στα καθημερινά ψυχολογικά παιχνίδια. Χρειάζεσαι ένα πολύ καλό soundtrack.

Και μια πολύ καλή παρέα.

Εγώ ευτυχώς.

Έχω και από τα δυο.

Να το δεις. Αξίζει.

Το δικό μου τραγούδι;

http://www.youtube.com/watch?v=fox-ja7YDSw&feature=related

Γιατί όλοι μας έχουμε στόχους. Τολμάς;

Tuesday, March 18, 2008

Kazım Koyuncu - Ben Seni Sevduğumi

Ben Seni Sevduğumi = That I love you, in dialect from a Turkish region of the Black Sea.