
Sunday, June 07, 2009
Tuesday, March 10, 2009
Εγώ και οι Αηδείες μου.

8:44μμ
Ο Α. βγήκε με ένα φίλο.
Κι εγώ δεν έχω αλλάξει ακόμα από την στολή του γραφείου.
Στη κουζίνα επικρατεί το απόλυτο Χάος: πιάτα, φαγητά, ένα πιρούνι εδώ, ένα μαχαίρι εκεί, ψίχουλα, φώτα ξεχασμένα.
Και το παράθυρο ανοιχτό: το κινητό, το καλώδιο των ακουστικών, το καλώδιο του ποντικιού, τα γράμματα, οι λογαριασμοί, τα ρούχα που θέλουν σίδερο, τα παπλώματα στο πάτωμα.
Τα γοβάκια μου: είναι άβολα. Οι δίσκοι μου, ξεχασμένοι. Τα βιβλία, μισάνοιχτα, με μια αφιέρωση "την ευχή μου να ζει με τους αγαπημένους της σε διαρκή υγεία και χαρά".
Ο γάτος μου: χαμένος.
Και σκέφτομαι εδώ και μέρες: Διάφορα.
Να σου έλεγα όλες τις πρόσφατες σκέψεις μου.
Να σου διηγηθώ όλα τα Όνειρα μου. Κρυμμένα στο πράσινο τετράδιο με το σπιράλ.
Και ο ψυχολόγος να μου Απαντά:
Είναι κάτι σοβαρό;
Όχι βέβαια.
Δεν υπάρχει χρόνος.
Αλλά θα σας πάρω εγώ.
Ξέρετε διάβασα εκείνη τη δημοσίευση σας και νόμιζα.
Πως.
Πως;
Δεν θέλω να Αλλάξω. Επειδή αυτό πιθανά να σημαίνει πως πρέπει να μπω στην διαδικασία της βραδιάς, με όλα αυτά που με περιμένουν να με αποσπάσουν από τον τρελαμένο εαυτό μου. Το alter ego μου που ζητά απεγνωσμένα ένα: Τσιγάρο.Λίκι.
Και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Βαθύ κόκκινο να κάνω κεφάλι. Στην μπανιέρα να ζεματάει το νερό. Να ζαλιστώ. Μέχρι να λιποθυμήσω.
Σκέφτομαι και διάφορα άλλα.
Πολλά. Ίσως μερικά από αυτά να είναι και φυσιολογικά. Μου το ζήτησες άλλωστε: Να είμαι φυσιολογική και νορμάλ σαν μια επιβεβαίωση στο ότι είσαι και εσύ ελάχιστα φυσιολογικός, αγνοώντας βέβαια εγώ και εσύ τους κινδύνους του "φυσιολογικού".
8:51
Παίζει ξανά και ξανά το Stay της Loeb.
Πρέπει να το πρωτοάκουσα στα 16 μου εκεί. Όταν νόμιζα πως η αγάπη δείχνει κάπως έτσι.
Σαν ένα άδειο διαμέρισμα κάπου στην Νέα Υόρκη.
Η ευαισθησία είναι ένας γκρίζος γάτος που πηδάει πάνω σε μπρούτζινα γυμνά έπιπλα. Σγουριασμένα, παλιά, και αυθεντικά.
Τουλάχιστον προς το παρών κέρδισα.
Και δεν αδειάζω ακόμα το διαμέρισμα.
Κάτω Χαλάνδρι.
Και άμα θες.
Με μια μαγική γόμα να σβήσω απόψε:Όλα τα αυτοκίνητα - μαζί με το δικό μου.
Ας κρατήσω ένα: το δικό σου. Με το ραδιόφωνο και του Κοέν τον χορό στην κορυφή του κόσμου. Μια όμορφη ανάμνηση. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία μείνε και κράτησε με εκεί.
Κάνε Θεέ μου.
Να μην γίνω ποτέ: φυσιολογική...
Υ.Γ. Η φωτογραφία δεν θυμάμαι από που είναι. Το τραγούδι είναι από το Soundtrack Reality Bites. Η κινηματογραφική επιλογή της βραδιάς είναι το "The dreamers" του Bertolucci.
Sunday, March 08, 2009
Sunday, January 04, 2009
ΤΙΚ. ΤΑΚ.

ΠΩΣ
αρχίζεις ένα κείμενο όταν δεν διάβασες τίποτα για μήνες. Όταν δεν έγραψες τίποτα για μήνες. Ξεχασμένα σκίτσα εδώ κι εκεί. Έργα που ξεκίνησα πριν χρόνια και τα άφησα στη μέση, σε κιτρινισμένες σελίδες, μολύβια, σειρές από σκέψεις, πεταμένη τέχνη. Δεξιά, αριστερά. Ξεχασμένη σε κούτες κλεισμένη και μια φωτογραφία μου παλιά.
Με κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήμουν χαριτωμένη αρκετά. Τότε βέβαια δεν το έβλεπα όπως δεν το βλέπω και τώρα άλλωστε, τί πράγμα και αυτό η υποτίμιση. Υποτιμάμε πολλά πράγματα, το ταλέντο μας, τις σχέσεις μας, υποτιμάμε την φύση, την οικονομία, την ανθώπινη ζωή, την ζωή γενικά την υποτιμάμε, υποτιμάμε τον εαυτό μας τον ίδιο, όσα αξίζουμε σήμερα. Παλιές φωτογραφίες.
Λέω, πως ήμουν μικρή. Χαμογελαστή με πλούσια μαύρα μαλλιά, γυμνασμένη, ελεύθερη από τα δεσμά του γραφείου και των υποχρεώσεων, ελεύθερη με την ελπίδα των ανεκπλήρωτων ονείρων μου. ΟΚ. Είμαι μόλις τριάντα. Και πάλι όμως τί είναι αυτό που μας κάνει πάντα, με κάνει πάντα, να νοσταλγώ το παρελθόν; Είναι αυτή η μανία μου να βρίσκω την ευαισθησία μόνο στο άπιαστο, μπορώ να πιάσω άραγε τον χρόνο, να τον σταματήσω μέσα στην παλάμη μου να τον σφίξω όπως εκείνη το δάχτυλό μου μέσα στο μικρό της το χεράκι. "Να μην νοσταλγείς τίποτα", της ψιθυρίζω στο αυτάκι της πίσω από μια χρυσή μπούκλα. Να ζεις μονάχα τα πάντα να ζεις με όλο το είναι σου να δίνεσαι στο παρών. Να μαθαίνεις. Να μην ξεχνάς. Αλλά και να μην θυμάσαι. Να ζεις μονάχα της ψιθυρίζω, να ζεις καλά και αληθινά.
Είμαι σχεδόν δέκα μέρες εδώ και άρχισα να γράφω ένα γράμμα στους δικούς μου. Αυτές τις βλακίες που αφήνω κάθε φορά που φεύγω με τις οδηγίες: πού θα βρεις το φαγητό, πως ζεσταίνεται, να κλείνεις πάντα τον θερμοσυφωνα, να μην αφήνεις την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, και άλλα τέτοια. Εδώ οι οδηγίες είναι διαφορετικές. Να προσέχεις. Μπορείς να προσέχεις και να μείνεις έτσι για πάντα καλά να σε χαίρομαι γιατί θα λείπω για λίγο και θα μου λείπεις τόσο. Και δεν θα μπορώ από εκεί που θα βρίσκομαι. Να σε προσέχω εγώ. Γι'αυτό σε παρακαλώ Θεέ μου, κάνε κι εσύ, να προσέχεις, όλα αυτά που προσέχουν οι άνθρωποι δεν ξέρω ποιά είναι τόσα είναι. Και θα γυρίσω. Στο υπόσχομαι όσο κι ας μισώ. Το κρύο. Τα αεροπλάνα. Τον Ατλαντικό. Την Αμερική. Την δύναμη που με τραβάει πάντα στην Ελλάδα.
Θα γυρίσω. Οπότε απλά μέχρι τότε εσύ να προσέχεις.
Βγήκαμε μια βόλτα στην πόλη. Τίποτα δεν έχει αλλάξει έτσι για να φαίνεται πως κάπου σε αυτά τα στενά της γυρίζω ακόμα εγώ. Μου αρέσει αυτό αρκετά το εκτιμώ. Και Σε ευχαριστώ. Χιόνιζε έτσι απαλά, αλλά είπα να μην κλαίγομαι πολύ και άφησα το αυτοκίνητο να χαράξει αυτή την λευκή γραμμή όπως τα αεροπλάνα φορές που ξαπλώνεις στο γρασίδι, και το γαλάζιο του ουρανού κόβεται με μια λευκή γραμμή, την ίδια όπως εκείνη που αφήνει το καράβι όταν απομακρύνεσαι από το λιμάνι και το γαλάζιο της θάλασσας κόβεται κι εκείνο από μια. Λευκή γραμμή στην κεντρική οδό της πόλης, τίποτα δεν έχει αλλάξει, όλα τα ίδια στην θέση τους. Ο κόσμος φαίνεται μικρότερος. Ή μεγάλωσα ξαφνικά εγώ;
Στις κούτες και στα διάφορα βρήκα και κάποια ξεχασμένα τραγούδια. Μου θύμησαν μιαν εποχή με πολύ. Πολύ ποδήλατο. Όταν έτρεχα όλους τους δρόμους και πήγαινα κόντρες σε ανηφόρες και έκαιγε άλλωτε η άσφαλτος. Και φυσούσε άλλωτε κρύος ο αέρας.
Αυτό το τραγούδι ήταν αγαπημένο ένα καλοκαίρι ολόκληρο. Την γούσταρα έτσι που ήταν όμορφη μέσα στην γαλήνια ύπαρξη της.
Και κυρίως.
Στην απόλυτη...Ελευθερία της.
Κάποια στιγμή θα γράψω κάτι σωστό και θα κόψω αυτή τη βλακεία. Με τις τελείες.
ΑΝ. και. Μπορεί και πάλι σε μερικά χρόνια να Σκεφτώ.
Μα τί Καλά που έγραφα. Τότε.
:)
Καλή Χρονιά Ευχήθηκα;
Πάντα το καλύτερο. Για Όλους.
2009. Κεράκια. Τα φυσάς;
http://www.youtube.com/watch?v=ujGfDTNQ7cM
αρχίζεις ένα κείμενο όταν δεν διάβασες τίποτα για μήνες. Όταν δεν έγραψες τίποτα για μήνες. Ξεχασμένα σκίτσα εδώ κι εκεί. Έργα που ξεκίνησα πριν χρόνια και τα άφησα στη μέση, σε κιτρινισμένες σελίδες, μολύβια, σειρές από σκέψεις, πεταμένη τέχνη. Δεξιά, αριστερά. Ξεχασμένη σε κούτες κλεισμένη και μια φωτογραφία μου παλιά.
Με κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήμουν χαριτωμένη αρκετά. Τότε βέβαια δεν το έβλεπα όπως δεν το βλέπω και τώρα άλλωστε, τί πράγμα και αυτό η υποτίμιση. Υποτιμάμε πολλά πράγματα, το ταλέντο μας, τις σχέσεις μας, υποτιμάμε την φύση, την οικονομία, την ανθώπινη ζωή, την ζωή γενικά την υποτιμάμε, υποτιμάμε τον εαυτό μας τον ίδιο, όσα αξίζουμε σήμερα. Παλιές φωτογραφίες.
Λέω, πως ήμουν μικρή. Χαμογελαστή με πλούσια μαύρα μαλλιά, γυμνασμένη, ελεύθερη από τα δεσμά του γραφείου και των υποχρεώσεων, ελεύθερη με την ελπίδα των ανεκπλήρωτων ονείρων μου. ΟΚ. Είμαι μόλις τριάντα. Και πάλι όμως τί είναι αυτό που μας κάνει πάντα, με κάνει πάντα, να νοσταλγώ το παρελθόν; Είναι αυτή η μανία μου να βρίσκω την ευαισθησία μόνο στο άπιαστο, μπορώ να πιάσω άραγε τον χρόνο, να τον σταματήσω μέσα στην παλάμη μου να τον σφίξω όπως εκείνη το δάχτυλό μου μέσα στο μικρό της το χεράκι. "Να μην νοσταλγείς τίποτα", της ψιθυρίζω στο αυτάκι της πίσω από μια χρυσή μπούκλα. Να ζεις μονάχα τα πάντα να ζεις με όλο το είναι σου να δίνεσαι στο παρών. Να μαθαίνεις. Να μην ξεχνάς. Αλλά και να μην θυμάσαι. Να ζεις μονάχα της ψιθυρίζω, να ζεις καλά και αληθινά.
Είμαι σχεδόν δέκα μέρες εδώ και άρχισα να γράφω ένα γράμμα στους δικούς μου. Αυτές τις βλακίες που αφήνω κάθε φορά που φεύγω με τις οδηγίες: πού θα βρεις το φαγητό, πως ζεσταίνεται, να κλείνεις πάντα τον θερμοσυφωνα, να μην αφήνεις την μπαλκονόπορτα ανοιχτή, και άλλα τέτοια. Εδώ οι οδηγίες είναι διαφορετικές. Να προσέχεις. Μπορείς να προσέχεις και να μείνεις έτσι για πάντα καλά να σε χαίρομαι γιατί θα λείπω για λίγο και θα μου λείπεις τόσο. Και δεν θα μπορώ από εκεί που θα βρίσκομαι. Να σε προσέχω εγώ. Γι'αυτό σε παρακαλώ Θεέ μου, κάνε κι εσύ, να προσέχεις, όλα αυτά που προσέχουν οι άνθρωποι δεν ξέρω ποιά είναι τόσα είναι. Και θα γυρίσω. Στο υπόσχομαι όσο κι ας μισώ. Το κρύο. Τα αεροπλάνα. Τον Ατλαντικό. Την Αμερική. Την δύναμη που με τραβάει πάντα στην Ελλάδα.
Θα γυρίσω. Οπότε απλά μέχρι τότε εσύ να προσέχεις.
Βγήκαμε μια βόλτα στην πόλη. Τίποτα δεν έχει αλλάξει έτσι για να φαίνεται πως κάπου σε αυτά τα στενά της γυρίζω ακόμα εγώ. Μου αρέσει αυτό αρκετά το εκτιμώ. Και Σε ευχαριστώ. Χιόνιζε έτσι απαλά, αλλά είπα να μην κλαίγομαι πολύ και άφησα το αυτοκίνητο να χαράξει αυτή την λευκή γραμμή όπως τα αεροπλάνα φορές που ξαπλώνεις στο γρασίδι, και το γαλάζιο του ουρανού κόβεται με μια λευκή γραμμή, την ίδια όπως εκείνη που αφήνει το καράβι όταν απομακρύνεσαι από το λιμάνι και το γαλάζιο της θάλασσας κόβεται κι εκείνο από μια. Λευκή γραμμή στην κεντρική οδό της πόλης, τίποτα δεν έχει αλλάξει, όλα τα ίδια στην θέση τους. Ο κόσμος φαίνεται μικρότερος. Ή μεγάλωσα ξαφνικά εγώ;
Στις κούτες και στα διάφορα βρήκα και κάποια ξεχασμένα τραγούδια. Μου θύμησαν μιαν εποχή με πολύ. Πολύ ποδήλατο. Όταν έτρεχα όλους τους δρόμους και πήγαινα κόντρες σε ανηφόρες και έκαιγε άλλωτε η άσφαλτος. Και φυσούσε άλλωτε κρύος ο αέρας.
Αυτό το τραγούδι ήταν αγαπημένο ένα καλοκαίρι ολόκληρο. Την γούσταρα έτσι που ήταν όμορφη μέσα στην γαλήνια ύπαρξη της.
Και κυρίως.
Στην απόλυτη...Ελευθερία της.
Κάποια στιγμή θα γράψω κάτι σωστό και θα κόψω αυτή τη βλακεία. Με τις τελείες.
ΑΝ. και. Μπορεί και πάλι σε μερικά χρόνια να Σκεφτώ.
Μα τί Καλά που έγραφα. Τότε.
:)
Καλή Χρονιά Ευχήθηκα;
Πάντα το καλύτερο. Για Όλους.
2009. Κεράκια. Τα φυσάς;
http://www.youtube.com/watch?v=ujGfDTNQ7cM
Την φωτογραφία την τράβηξε φίλος σε ένα "σιωπηλό περίπατο" κάπου στο δάσος του Val Morin.
Sunday, December 28, 2008
Αγία νοσταλγίΑ.
Νόμιζες αλήθεια.
Πως δεν θα σου έγραφα ξανά.
Ποτέ;
24 Δεκεμβρίου. Όχι ξέρω. Πέρασαν τέσσερις ημέρες ολόκληρες Να. Και η μέση της;
Ακόμα λιγάκι την ενοχλεί. Μια σταγόνα ευκάλυπτος προς Τέσσερις: Αλοιφές.
Επιτρέπεις;!;
ΜΕ ΓΑΡΓΑΛΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Στο αεροδρόμιο δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου. Κολλήματα θα μου πεις, εντάξει δεν έχεις άδικο. Όλο αυτό το κλισέ με τα σάλια και τα δάκρυα στα αεροδρόμια και στα λιμάνια μου την δίνει. Εγώ προτιμώ να γυρίσω την πλάτη μου. Να προχωρήσω προς του Ερμές. Και να δακρύσω σιωπηλά τον πόνο μου. Μικρές μαχαιριές στην καρδιά μου. Θα σε ξαναδώ. Δύναμη λέω Άννα θα τους ΜΠΙΠ. ΔΥΝΑΜΗ!!!!!!!!!!!!!!!
Η πτήση λεει Φρανκφούρτη κι εγώ. Κατεβαίνω. Μέσα σε αυτούς τους θαλάμους που φτιάχνουν ειδικοί για τις μεταφορές από το σκάφος στο αεροδρόμιο για να μην καταλάβεις. Πως βρίσκεσαι σε κάποιο ανώνυμο ενδιάμεσο προορισμό. Εκεί θα σου χαμογελάσει μια κούκλα μια καλησπέρα, μια καλημέρα στα Γερμανικά. Και λες. Εαν τυχαία της δάγκωνα το αυτί αφήνοντας μια μικρή σταγόνα αίμα να κυλίσει στο λευκό πουκάμισο της όπως κατεβαίνω. Θα ράγιζε λιγάκι αυτό το παγωμένο χαμόγελο;
Στην Φρανκφούρτη είχα το υφάκι μου το μου την δίνουν όλα. Και είχε πολλά μαγαζιά. Δεν τα προσέχω ποτέ, όσο τώρα. Έβλεπα τις βιτρίνες. Σκέφτηκα τις δικές μας. Και ήταν μια γλύκα ο πειρασμός να σπάσω μια δυο τρις.
ΟΛΕΣ.
Αλλά είπαμε. Εμείς τώρα. Τις ανεβάζουμε. Τις στολίζουμε.
Θα τις σπας εσύ. Για να μου την σπας έτσι να με τσιγκλάς. Μήπως και καταφέρεις.
ΝΑ ΜΕ ΞΥΠΝΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τίποτα. Λες έκανα τόσο καιρό να σου γράψω. Και απάντησα πως θα το κάνω. Θα σου πω για τα παγωμένα στενά κοντά στην γειτονιά μου. Θα σου γράψω για το πάρκο με τα γυμνωμένα δέντρα. Θα σου πω για την πόλη αυτή που ζει σε μια παλιά φωτογραφία. Τόσο μακριά από εμάς. Τόσο μακριά από εσένα.
Πρέπει να πάρω πάλι ένα αεροπλάνο. Εκείνη μου θυμίζει πως είναι να είσαι στα ζεστά. Τα καθαρά της τα παπλώματα. Τα νόστιμα της τα φαγητά. Ακούς δυνατά μουσική. Δεν είσαι στο γραφείο. Για λίγες μέρες δεν έχει καν γραφείο.
Λες. ΜΠΙΠ τί κάνω; Πάλι έμπλεξα; Λες. Γιατί ξεκίνησα; Θυμήσου, ΆΝνα θυμήσου. Τα όνειρα σου πες μου ποια ήταν, πες μου ποια είναι σήμερα; Κενό.
Πρέπει να πάρω κάποτε διακοπές.
Και να πάω και σε καμιά Συναυλία.
Επανέρχομαι.
Δεν μου βγαίνει απόψε.
Συμπάθα με.
Είσαι πολύ πιο άμεσος από ότι θα τολμήσω ποτέ να γίνω εγώ.
Πως δεν θα σου έγραφα ξανά.
Ποτέ;
24 Δεκεμβρίου. Όχι ξέρω. Πέρασαν τέσσερις ημέρες ολόκληρες Να. Και η μέση της;
Ακόμα λιγάκι την ενοχλεί. Μια σταγόνα ευκάλυπτος προς Τέσσερις: Αλοιφές.
Επιτρέπεις;!;
ΜΕ ΓΑΡΓΑΛΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Στο αεροδρόμιο δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω μου. Κολλήματα θα μου πεις, εντάξει δεν έχεις άδικο. Όλο αυτό το κλισέ με τα σάλια και τα δάκρυα στα αεροδρόμια και στα λιμάνια μου την δίνει. Εγώ προτιμώ να γυρίσω την πλάτη μου. Να προχωρήσω προς του Ερμές. Και να δακρύσω σιωπηλά τον πόνο μου. Μικρές μαχαιριές στην καρδιά μου. Θα σε ξαναδώ. Δύναμη λέω Άννα θα τους ΜΠΙΠ. ΔΥΝΑΜΗ!!!!!!!!!!!!!!!
Η πτήση λεει Φρανκφούρτη κι εγώ. Κατεβαίνω. Μέσα σε αυτούς τους θαλάμους που φτιάχνουν ειδικοί για τις μεταφορές από το σκάφος στο αεροδρόμιο για να μην καταλάβεις. Πως βρίσκεσαι σε κάποιο ανώνυμο ενδιάμεσο προορισμό. Εκεί θα σου χαμογελάσει μια κούκλα μια καλησπέρα, μια καλημέρα στα Γερμανικά. Και λες. Εαν τυχαία της δάγκωνα το αυτί αφήνοντας μια μικρή σταγόνα αίμα να κυλίσει στο λευκό πουκάμισο της όπως κατεβαίνω. Θα ράγιζε λιγάκι αυτό το παγωμένο χαμόγελο;
Στην Φρανκφούρτη είχα το υφάκι μου το μου την δίνουν όλα. Και είχε πολλά μαγαζιά. Δεν τα προσέχω ποτέ, όσο τώρα. Έβλεπα τις βιτρίνες. Σκέφτηκα τις δικές μας. Και ήταν μια γλύκα ο πειρασμός να σπάσω μια δυο τρις.
ΟΛΕΣ.
Αλλά είπαμε. Εμείς τώρα. Τις ανεβάζουμε. Τις στολίζουμε.
Θα τις σπας εσύ. Για να μου την σπας έτσι να με τσιγκλάς. Μήπως και καταφέρεις.
ΝΑ ΜΕ ΞΥΠΝΑΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Τίποτα. Λες έκανα τόσο καιρό να σου γράψω. Και απάντησα πως θα το κάνω. Θα σου πω για τα παγωμένα στενά κοντά στην γειτονιά μου. Θα σου γράψω για το πάρκο με τα γυμνωμένα δέντρα. Θα σου πω για την πόλη αυτή που ζει σε μια παλιά φωτογραφία. Τόσο μακριά από εμάς. Τόσο μακριά από εσένα.
Πρέπει να πάρω πάλι ένα αεροπλάνο. Εκείνη μου θυμίζει πως είναι να είσαι στα ζεστά. Τα καθαρά της τα παπλώματα. Τα νόστιμα της τα φαγητά. Ακούς δυνατά μουσική. Δεν είσαι στο γραφείο. Για λίγες μέρες δεν έχει καν γραφείο.
Λες. ΜΠΙΠ τί κάνω; Πάλι έμπλεξα; Λες. Γιατί ξεκίνησα; Θυμήσου, ΆΝνα θυμήσου. Τα όνειρα σου πες μου ποια ήταν, πες μου ποια είναι σήμερα; Κενό.
Πρέπει να πάρω κάποτε διακοπές.
Και να πάω και σε καμιά Συναυλία.
Επανέρχομαι.
Δεν μου βγαίνει απόψε.
Συμπάθα με.
Είσαι πολύ πιο άμεσος από ότι θα τολμήσω ποτέ να γίνω εγώ.
Monday, September 08, 2008
Leonard Cohen - Lady Midnight
Ξυπνάς.
Είναι Δευτέρα.
Δεν άργησες.
Ακόμα.
Και βλέπεις.
Το όνειρο σου.
Στην οθόνη σου...
Wednesday, August 27, 2008
Απλά μαθήματα Οικονομίας - Χρόνου
Τελευταία μέρα άδειας και σκέφτομαι τα εξής:
Περί χρόνου ο λόγος.
Μήπως ο τίτλος που θα ταίριαζε καλύτερα θα ήταν: να γιατί οι περισσότεροι νέοι ζούνε ακόμα στο πατρικό τους σπίτι ακόμα και μετά τα τριάντα.
Απλά μαθήματα οικονομίας. Χρόνου.
Γυναίκα. Ετών 30. Πτυχιούχος. Με μέτριο κατά τα λεγόμενα της αγοράς μισθό. Αποφασίζει. Να έρθει στην Αθήνα. Δηλαδή. Δεν έρχεται η μαμά να καθαρίσει (ποτέ). Δεν έρχεται ο μπαμπάς να φτιάξει τις λάμπες (ποτέ).
Μένει. Μόνη σε ένα δυάρι στο Χαλάνδρι.
Ο τυπικός χρόνος ανά εβδομάδα πάει κάπως έτσι:
9-10 ώρες καθημερινά στο γραφείο ή εκτός αναλόγως τις περιπτώσεις όπως και να έχει 9-10 ώρες καθημερινά αφιερώνονται στην δουλειά.
Η μετακίνηση από την δουλειά στο σπίτι είναι περίπου μία ώρα (εδώ υπάρχει εξήγηση αλλά δεν θα την κάνω τώρα).
Σύνολο μέχρι στιγμής για την δουλειά μόνο: 11 ώρες.
Ωραία. Γυρνάμε λοιπόν στο σπίτι. Μαγειρική περίπου 1-2 ώρες. Σύνολο τώρα: 13 ώρες.
Δουλειές τύπου πλύσιμο ρούχα – σίδερο ρούχα – βάζω στις ντουλάπες ρούχα: 2-3 φορές την εβδομάδα ανά 2 ώρες – σύνολο εβδομάδας κατηγορία ρούχα: 6 ώρες στο μέγιστο.
Σύνολο εβδομάδας μέχρι στιγμής: 13 ώρες * 7 μέρες = 91 ώρες δουλειά + φαγητό
+ ρούχα = 97 ώρες.
Ας περιορίσουμε τον ύπνο στις επτά ώρες, δηλαδή υπολογίζοντας το δεκάωρο του σαββατοκύριακου και το πεντάωρο της εβδομάδας, δηλαδή 7 ώρες ύπνου μέσος όρος * 7 μέρες = 49 ώρες νάνι
Μέχρι στιγμής έχουμε = 146 ώρες
Πάμε παρακάτω : Σουπερμάρκετ – μια ασχολία η οποία αν θες να πας με το αυτοκίνητο συνεισφέρεις άσκοπα στην μόλυνση αλλά σαν εγωιστής άνθρωπος σκέφτεσαι πως γλιτώνεις χρόνο γιατί αγοράζεις ας πούμε περισσότερα απ’ ότι αν πας με ποδήλατο.
Ας κάνουμε και τους δυο υπολογισμούς: Με αυτοκίνητο = Μία φορά την εβδομάδα σύνολο χρόνου να πας, να ψωνίσεις, να γυρίσεις, να τα βάλεις στην θέση τους = 2 ώρες. (Σημειώνω πως το σούπερ είναι 10 λεπτά από το σπίτι με το αυτοκίνητο). Βάλε και μία ώρα ξεκούραση μετά στάνταρ = 3 ώρες
Σύνολο: 149 ώρες.
Με το ποδήλατο θα θες να πας: 4 φορές * 45 λεπτά να φτάσεις (και πως θα φτάσεις με τον κάθε Χαλανδραίο και μη που θα σε σπρώχνει στον δρόμο με το αυτοκίνητο του στάνταρ και κάθε φορά) * 1 ώρα πάρε συν βάλε στο σπίτι * 45 λεπτά γύρισε σύνολο με το ποδήλατο: 12 ώρες. Βλέπε 4 φορές παραπάνω από το αυτοκίνητο. = Δεν το επιλέγουμε παρά μόνο περιστασιακά.
Η εβδομάδα έχει σύνολο: 7 * 24 ώρες = 168
Δηλαδή μένουν 168 – 149 ώρες = 19 ώρες για δικό σου χρόνο.
19 / 7 μέρες = 2,17 ώρες την ημέρα.
Αυτό χωρίς να έχω υπολογίσει καθαριότητα σπιτιού, συναλλαγές με το δημόσιο, άλλες πληρωμές, εξετάσεις και ραντεβού προσωπικά σε ιατρούς κλπ, αγορές για διάφορα απαραίτητα όπως ενδυμασία, ή άλλα για το σπίτι, συναλλαγές με μηχανικούς για το αυτοκίνητο, για το σίδερο, για οτιδήποτε άλλο χάλασε και πρέπει να φτιάξεις. Και ας μην ξεχνάμε το πιο συμαντικό: τηλεφωνήματα και εκκρεμότητες δουλειάς που πρέπει να γίνουν εκτός ωραρίου, απρόοπτα και σε κάθε πιθανή στιγμή του ελεύθερου χρόνου σου.
Πες μου τώρα εσύ.
Τι χρόνος να υπάρχει: Πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό σου, δηλαδή, να κάνεις μια γυμναστική, να προσέξεις την διατροφή σου, να διαβάσεις, να πας σε ένα θέατρο, σε κάτι που αγαπάς. Και μετά πες μου πού χρόνος, να κάνεις μια φυσιολογική σχέση.
Όπου αυτός κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει τις ίδιες υποχρεώσεις γιατί σαν άνδρας – στο δικό του πρόγραμμα – φαγητό, ρούχα, και καθαρό σπίτι καλύπτονται από μαμά.
Και μετά.
Σχόλια όπως: Αμάν βρε. Όλο δικαιολογίες είσαι πως δεν έχεις χρόνο. Καλά πως είναι έτσι το σπίτι σου; Όλο παράπονα είσαι. Μια χαρά μισθό έχεις γιατί λες δεν βγαίνεις; Αν δεν προλαβαίνεις να μαγειρέψεις να τρως έξω (βλέπε προηγούμενη ατάκα). Γιατί δεν φέρνεις μια γυναίκα να στα κάνει αυτά; (βλέπε ίδια ατάκα). Αυτά δεν θέλατε οι γυναίκες; Απελευθέρωση;
Εγώ ήθελα απλά να αναφέρω αυτό το μικρό πρόγραμμα της εβδομάδας μου, όπως το σκέφτηκα σήμερα που τυχαίνει να είναι.
Και η τελευταία μέρα της άδειας μου. Και υπάρχει ακόμα ελάχιστος ελεύθερος χρόνος.
Σχόλια ευπρόσδεκτα.
Περί χρόνου ο λόγος.
Μήπως ο τίτλος που θα ταίριαζε καλύτερα θα ήταν: να γιατί οι περισσότεροι νέοι ζούνε ακόμα στο πατρικό τους σπίτι ακόμα και μετά τα τριάντα.
Απλά μαθήματα οικονομίας. Χρόνου.
Γυναίκα. Ετών 30. Πτυχιούχος. Με μέτριο κατά τα λεγόμενα της αγοράς μισθό. Αποφασίζει. Να έρθει στην Αθήνα. Δηλαδή. Δεν έρχεται η μαμά να καθαρίσει (ποτέ). Δεν έρχεται ο μπαμπάς να φτιάξει τις λάμπες (ποτέ).
Μένει. Μόνη σε ένα δυάρι στο Χαλάνδρι.
Ο τυπικός χρόνος ανά εβδομάδα πάει κάπως έτσι:
9-10 ώρες καθημερινά στο γραφείο ή εκτός αναλόγως τις περιπτώσεις όπως και να έχει 9-10 ώρες καθημερινά αφιερώνονται στην δουλειά.
Η μετακίνηση από την δουλειά στο σπίτι είναι περίπου μία ώρα (εδώ υπάρχει εξήγηση αλλά δεν θα την κάνω τώρα).
Σύνολο μέχρι στιγμής για την δουλειά μόνο: 11 ώρες.
Ωραία. Γυρνάμε λοιπόν στο σπίτι. Μαγειρική περίπου 1-2 ώρες. Σύνολο τώρα: 13 ώρες.
Δουλειές τύπου πλύσιμο ρούχα – σίδερο ρούχα – βάζω στις ντουλάπες ρούχα: 2-3 φορές την εβδομάδα ανά 2 ώρες – σύνολο εβδομάδας κατηγορία ρούχα: 6 ώρες στο μέγιστο.
Σύνολο εβδομάδας μέχρι στιγμής: 13 ώρες * 7 μέρες = 91 ώρες δουλειά + φαγητό
+ ρούχα = 97 ώρες.
Ας περιορίσουμε τον ύπνο στις επτά ώρες, δηλαδή υπολογίζοντας το δεκάωρο του σαββατοκύριακου και το πεντάωρο της εβδομάδας, δηλαδή 7 ώρες ύπνου μέσος όρος * 7 μέρες = 49 ώρες νάνι
Μέχρι στιγμής έχουμε = 146 ώρες
Πάμε παρακάτω : Σουπερμάρκετ – μια ασχολία η οποία αν θες να πας με το αυτοκίνητο συνεισφέρεις άσκοπα στην μόλυνση αλλά σαν εγωιστής άνθρωπος σκέφτεσαι πως γλιτώνεις χρόνο γιατί αγοράζεις ας πούμε περισσότερα απ’ ότι αν πας με ποδήλατο.
Ας κάνουμε και τους δυο υπολογισμούς: Με αυτοκίνητο = Μία φορά την εβδομάδα σύνολο χρόνου να πας, να ψωνίσεις, να γυρίσεις, να τα βάλεις στην θέση τους = 2 ώρες. (Σημειώνω πως το σούπερ είναι 10 λεπτά από το σπίτι με το αυτοκίνητο). Βάλε και μία ώρα ξεκούραση μετά στάνταρ = 3 ώρες
Σύνολο: 149 ώρες.
Με το ποδήλατο θα θες να πας: 4 φορές * 45 λεπτά να φτάσεις (και πως θα φτάσεις με τον κάθε Χαλανδραίο και μη που θα σε σπρώχνει στον δρόμο με το αυτοκίνητο του στάνταρ και κάθε φορά) * 1 ώρα πάρε συν βάλε στο σπίτι * 45 λεπτά γύρισε σύνολο με το ποδήλατο: 12 ώρες. Βλέπε 4 φορές παραπάνω από το αυτοκίνητο. = Δεν το επιλέγουμε παρά μόνο περιστασιακά.
Η εβδομάδα έχει σύνολο: 7 * 24 ώρες = 168
Δηλαδή μένουν 168 – 149 ώρες = 19 ώρες για δικό σου χρόνο.
19 / 7 μέρες = 2,17 ώρες την ημέρα.
Αυτό χωρίς να έχω υπολογίσει καθαριότητα σπιτιού, συναλλαγές με το δημόσιο, άλλες πληρωμές, εξετάσεις και ραντεβού προσωπικά σε ιατρούς κλπ, αγορές για διάφορα απαραίτητα όπως ενδυμασία, ή άλλα για το σπίτι, συναλλαγές με μηχανικούς για το αυτοκίνητο, για το σίδερο, για οτιδήποτε άλλο χάλασε και πρέπει να φτιάξεις. Και ας μην ξεχνάμε το πιο συμαντικό: τηλεφωνήματα και εκκρεμότητες δουλειάς που πρέπει να γίνουν εκτός ωραρίου, απρόοπτα και σε κάθε πιθανή στιγμή του ελεύθερου χρόνου σου.
Πες μου τώρα εσύ.
Τι χρόνος να υπάρχει: Πρώτα απ’ όλα για τον εαυτό σου, δηλαδή, να κάνεις μια γυμναστική, να προσέξεις την διατροφή σου, να διαβάσεις, να πας σε ένα θέατρο, σε κάτι που αγαπάς. Και μετά πες μου πού χρόνος, να κάνεις μια φυσιολογική σχέση.
Όπου αυτός κατά πάσα πιθανότητα δεν έχει τις ίδιες υποχρεώσεις γιατί σαν άνδρας – στο δικό του πρόγραμμα – φαγητό, ρούχα, και καθαρό σπίτι καλύπτονται από μαμά.
Και μετά.
Σχόλια όπως: Αμάν βρε. Όλο δικαιολογίες είσαι πως δεν έχεις χρόνο. Καλά πως είναι έτσι το σπίτι σου; Όλο παράπονα είσαι. Μια χαρά μισθό έχεις γιατί λες δεν βγαίνεις; Αν δεν προλαβαίνεις να μαγειρέψεις να τρως έξω (βλέπε προηγούμενη ατάκα). Γιατί δεν φέρνεις μια γυναίκα να στα κάνει αυτά; (βλέπε ίδια ατάκα). Αυτά δεν θέλατε οι γυναίκες; Απελευθέρωση;
Εγώ ήθελα απλά να αναφέρω αυτό το μικρό πρόγραμμα της εβδομάδας μου, όπως το σκέφτηκα σήμερα που τυχαίνει να είναι.
Και η τελευταία μέρα της άδειας μου. Και υπάρχει ακόμα ελάχιστος ελεύθερος χρόνος.
Σχόλια ευπρόσδεκτα.
Damien Rice - The Blower's Daughter
All there is left to do.
Is to wait for the cold wind.
To Blow us by.
Subscribe to:
Posts (Atom)
